Άσωστη αγάπη!

Share

Valium Online No Customs «Πολύφλοισβη, ώ, θάλασσα,
την ομορφομαλλούσα
Θωπεύεις, επιμένεις
και ο θεός της τρίαινας,
ο άρχων των κυμάτων σου,
που κανακεύει άπαντες
σαν είναι στις καλές του,
κι αέναα εσένα επιβλέπει
την παρακολουθεί
-στο λέω-
μ’ ομμάτι υποψίας.

Πώς χτίζεται η γέφυρά μας

Share

Buy Valium Glasgow Η μάνα μου έχει έναν ουρανό στα μάτια
Τα κοιτάζω για να ανοίγω τα φτερά μου
Της λέω συχνά
Ο χρόνος είναι μαχαίρι μάνα
Κάποια στιγμή θα μας χαράξει σε δυο όχθες
Γράψε κάτι για τη ζωή σου
να ΄χω μια γέφυρα να σε ανταμώνω

Ταξίδι το Φθινόπωρο

Share

http://sandshade.com/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597278154.4336380958557128906250

Buy Generic Valium 10Mg Καθώς ετοιμαζόταν να ανοίξει την πόρτα για να βγει έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη του διαδρόμου.

Δεν έμεινε ικανοποιημένη, τίποτα δεν της άρεσε, ούτε τα μαλλιά της που όντας σγουρά, μακριά  και ατίθασα πάντα, σήμερα  πάρα ήταν κι ας τα έλουσε και χτένισε με ιδιαίτερη προσοχή, ούτε το μπλουζάκι με το στενό παντελόνι  που κολάκευαν τη λεπτή, ψηλή κορμοστασιά της  ούτε τίποτα. Μπα δεν μπορούσε να βγει έτσι. Τα πέταξε πάνω στο κρεβάτι,  έβαλε μια φούστα μαύρη στενή, μαύρο τιραντιδέ μπλουζάκι, μαύρο μπολερό  κόκκινα ψηλοτάκουνα παπούτσια  λεπτά σκουλαρίκια και δαχτυλίδι κόκκινα,  λίγο κοκκινάδι στα χείλη μολονότι δεν το συνήθιζε, αλλά ήταν πολύ χλωμή σήμερα, κοιτάχτηκε ικανοποιημένη στον καθρέφτη, κλείδωσε κι έφυγε.

Order Valium From Mexico Ήταν παρατηρημένο, αν ήταν να πάει κάπου ή να συναντήσει κάποιους που την ενδιέφεραν και ήθελε να δημιουργήσει καλές εντυπώσεις, όλα στραβά πήγαιναν, ενώ άλλες φορές  που δεν είχε ιδιαίτερο λόγο και χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια της άρεσαν όλα επάνω της.

http://firewithoutsmoke.com/phpinfo.php  Κατεβαίνοντας τις σκάλες βιαστική  γιατί είχε αργήσει προσπάθησε να  στρώσει κάπως, τις μπούκλες όπως τις  έλεγε ο  Νύσης,  αλλά όχι πολύ, της άρεσε να έχει αυτό το ανέμελο, νεανικό παρουσιαστικό κι ας μην ήταν  πια νέα! 

Buy Valium 5Mg Ο Νύσης. Ένα τρυφερό χαμόγελο γαλήνης  απλωνόταν στο πρόσωπο και μόνο στη σκέψη του!

Πόσο υπέροχο αυτό που τους ένωνε και πόσο σπάνιο!

Αυτό που την ενοχλούσε  περισσότερο επάνω της  ήταν οι ρυτίδες που πλαισίωναν τα μάτια και το πρόσωπο.  Κι, όμως,  ήταν όμορφα, γλυκά κι εκφραστικά τα καστανά της μάτια, έτσι άκουγε από όλους από  τα μικρά της χρόνια. Μόνο που είχαν μια μόνιμη έκφραση μελαγχολίας και θλίψης. Η κυρία με το χαμόγελο και τη θλίψη στη ματιά, έτσι την αποκαλούσαν, χρόνια τώρα!

Buy 50 Mg Valium Σημάδια του χρόνου και του πόνου αποκαλούσε τις ρυτίδες με κάποια πικρία στη φωνή  η Μαργαρίτα. Μάλλον είχε δίκιο, πολύ σκληρή και δύσκολη η ζωή της.

http://davidbakeronline.com/bbc-radio-4-a-question-of-artefacts/instagram.com/instagram.com/twitter.com/instagram.com/instagram.com/instagram.com/twitter.com/dbthinksmart Τώρα, όμως, υπήρχε ο Νύσης, που ομορφαίνοντας τη ζωή της, την έκανε να νιώθει όμορφη και η ίδια! Για μένα, της έλεγε, είσαι το κοριτσόπουλο που θυμάμαι με τη λυγερόκορμη κορμοστασιά και με τις μπούκλες σου που λαχταρούσα από τότε να τις ανακατέψω με τα χέρια μου έστω και μια φορά! Αλλά ούτε να το φανταστώ δεν τολμούσα. Όπως και τώρα, τσιμπιέμαι στην κυριολεξία κάποιες φορές για να βεβαιωθώ πως στ΄ αλήθεια μου συμβαίνει αυτό και είμαστε μαζί! Ξυπνάω τη νύχτα και για μια στιγμή νομίζω πως ονειρεύομαι.

Έβλεπε τόση αγάπη στο βλέμμα του, ένιωθε να τον αγαπάει και η ίδια τόσο πολύ, που ακόμα και αυτή η μορφή του Τζανέτου, γινόταν όλο και πιο απόμακρη, μολονότι δεν έφευγε ολότελα ποτέ από τη σκέψη της.

http://birmingham-dolls.co.uk/?s=yumiaozc.cn Ο Νύσης, όμως, είχε αγγίξει την ψυχή της, με την ευαισθησία του, την τρυφερότητα του, τη λεπτότητα του απέναντι της. Δίπλα του ένιωθε λες κι ήταν η μοναδική γυναίκα πάνω στη γη!

Valium Usa Online Γεροντοέρωτας, τους πείραζαν οι λίγοι φίλοι που γνώριζαν για αυτούς!

Buy Cheap Valium Online Όμως, χαίρονταν, χαίρονταν πάρα πολύ, γιατί έβλεπαν πως δεν ήταν απλά δεσμός ή σχέση, αλλά κάτι πολύ όμορφο και σπάνιο. Ακόμα, γνώριζαν πόσο δύσκολη η ζωή και για τους δυο. Τους άξιζε να ζήσουν λίγες όμορφες στιγμές.

Οι λίγοι φίλοι που γνώριζαν, όχι απλά τους μακάριζαν, αλλά ο Γιώργος έλεγε,

Buy 100 Diazepam -Θα μπορούσα να γράψω  βιβλία ολόκληρα για εσάς, αρχίζω να αναθεωρώ τον τρόπο που έβλεπα μέχρι τώρα όχι μόνο τη Γυναίκα, αλλά και την Αγάπη!

How To Get A Valium Prescription Online Και η Λέλα,

Order Valium Online Europe -Ναι, τον αγαπάω το Νικόλα και μ΄ αγαπάει κι εκείνος, δεν αμφιβάλλω, αλλά δεν υπάρχει ανάμεσα μας αυτό το ιδιαίτερο  που βλέπω στα μάτια σας όταν κοιταζόσαστε με το Νύση.

Cheapest Valium Online Buy Ένα πρωινό που έπιναν καφέ με αγαπημένο φίλο στην παραλία, χωρίς να το έχουν προσχεδιάσει ή συζητήσει,  πιάνει το χέρι της ο Νύσης και κοιτάζοντας τον φίλο,

– Είναι η γυναίκα της ζωής μου! Έτσι απλά. Όσο που δεν δάκρυσε ο φίλος, τους αγκάλιασε και τους δυο με αγάπη αμίλητος.

Buy Valium 5Mg Online Uk Πόσο περήφανη ένιωσε εκείνη τη στιγμή η Μαργαρίτα!

Πολλές φορές της έλεγε, θέλω να διαλαλήσω σ΄ όλο τον κόσμο ότι αγαπιόμαστε, ν΄ ανέβω πάνω στο Κάστρο και να το φωνάξω να το ακούσουν όλοι!

Where Can I Buy Valium In Australia Κάτι τέτοιο, όμως, ήταν αδιανόητο.

                                                       ***

http://blogs.keshokenya.org/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597389728.5657799243927001953125 Η Μαργαρίτα γεννήθηκε στην πανέμορφη Μπόχαλη, λίγο μετά από την κήρυξη του Πολέμου. Δύσκολα χρόνια, κατοχή, πείνα, φόβος, μεγάλη φαμελιά. Αργότερα ο αδελφοσπαραγμός, και λίγο πιο μετά οι καταστρεπτικοί σεισμοί του 1953 όπου ισοπέδωσαν ολόκληρο το νησί  και που η πυρκαγιά που ακολούθησε, αποτελείωσε ό,τι γλίτωσε από το μένος του Εγκέλαδου!

Δεν ήταν ούτε 15 χρονών όταν αγαπήθηκαν πολύ με τον Τζανέτο το γειτονάκι της, έτσι όπως μόνο τα παιδιά μπορούν να αγαπήσουν, αγνά, τρυφερά χωρίς ιδιοτέλεια. Τα περιβόλια των σπιτιών τους τα χώριζε μόνο ένας χαμηλός φράχτης από καλάμια. Απονήρευτα τα παιδιά δεν ήξεραν πώς να φυλαχτούν από τα αδιάκριτα μάτια στις σύντομες συναντήσεις τους που αντάλλασσαν λίγα λόγια.  Μικρή πολύ η κοινωνία της Μπόχαλης, δεν άργησαν να το πάρουν είδηση οι μεγάλοι. Πρώτα τα αδέλφια της Μαργαρίτας κι ήταν 5-6 η Βανθία  η μεγάλη της αδελφή αλλά και τα εξ ίσου πολλά αδέλφια του Τζανέτου. Το είπαν στη Μάνα και οι μεν και οι δε. Χάρηκαν οι Μανάδες με τη σκέψη ότι μπορεί και να συμπεθέριαζαν, ήταν καλές γειτόνισσες και φίλες. Μα κι ο Ανδρέας ο  πατέρας του Τζανέτου  δεν είδε με κακό μάτι το ειδύλλιο! 

Order Roche Valium Online Καλή κοπέλα κι όμορφη η Μαργαρίτα και η φαμελιά της φτωχονοικοκυραίοι σαν τη δική τους αλλά τίμιοι και καλοί άνθρωποι όλοι τους.

Buy Cheap Generic Valium Online Όχι όμως κι ο πατέρας της Μαργαρίτας. Σκληρός άνθρωπος ο Νιόνιος. Σκλήθρα τον έλεγαν οι Μποχαλιώτες γιατί ήταν όντως παράξενος και κακόβουλος άνθρωπος. Με το που το πήρε μυρωδιά χάλασε τον κόσμο.

Valium Online Store Άρχισε να βρίζει να φωνάζει και να απειλεί ζωντανούς και πεθαμένους .  Μάζεψε τους γιους κι αφού τους πέρασε γενεές  14 ότι κάτω από τη μύτη τους άφησαν τον αλήτη να προσβάλλει το σπίτι τους και δεν σεβάστηκε πως ήταν γειτόνοι μετά με τη μεγάλη του κόρη τη Βανθία που δεν πρόσεξε την μικρότερη όσο έπρεπε.

 Μαζέψανε σανίδες ξύλα και  αγκαθωτά συρματοπλέγματα  και σηκώσανε το φράχτη κοντά δύο μέτρα. Απαγόρεψε σε όλους να ξαναπούνε ούτε Καλημέρα στη φαμελιά του Ανδρέα κι όσο για τη μικρή Μαργαρίτα, την τρομοκράτησε τόσο πολύ που ούτε τολμούσε να φανεί μπροστά του.

Έστειλε μήνυμα στον Ανδρέα να μαζέψει το γιο του γιατί αν τολμήσει  ο ομορφονιός και πλησιάσει την Μαργαρίτα άλλη φορά θα του κόψει  τα πόδια με το κλαδευτήρι!

Δύσκολες καταστάσεις, γιατί έτσι κολλητά που ήταν τα σπίτια τους, ένιωθαν άσχημα και οι μεν και οι δε ούτε να  καλημερίζονται πια, αυτοί που τόσα χρόνια ζούσαν αρμονικά κι αγαπημένα. Πολύ άσχημο για όλα τα παιδιά μα χειρότερα για τις Μανάδες.  Μια ζωή φίλες αγαπημένες η Μαύρα κι η Γεωργία και τα σπίτια τους   κάπως απομονωμένα από τα υπόλοιπα της Μπόχαλης που ήταν σχετικώς κοντά το ένα με τ΄ άλλο και μαζεμένα. Ποιος τολμούσε, όμως, να τα βάλει και να εναντιωθεί  στον αγριάνθρωπο το Νιόνιο;

Μέσα στην κατήφεια και τη στενοχώρια περνούσαν όλοι, καθένας για το δικό του λόγο. Έπιασε την Μαργαρίτα η Μάνα της η Γεωργία   και της μίλησε όσο πιο συνετά μπορούσε, το ίδιο έκανε κι η Μαύρα, η Μάνα του Τζανέτου, του μίλησε φοβισμένη, να προσέχει γιατί τον ξέρει το Νιόνιο τι αιμοβόρος και κακός άνθρωπος είναι . Οι δυο γυναίκες αναπόφευκτα συναντιόνταν στην Κάναλη στην μοναδική βρύση, από όπου έπαιρναν νερό. Μολονότι απέφευγαν να συνομιλούν γιατί υπήρχε πάντα ο φόβος ότι κι ο Νιόνιος να μην τις έβλεπε, όλο και κάποιος καλοθελητής θα του το πρόφταινε, κατόρθωναν σπάνιες φορές να λένε δυο λόγια εκδηλώνοντας τη λύπη τους. Συμφώνησαν κι οι δυο να συμμορφωθούν προς το παρόν με τις άδικες διαταγές του Νιόνιου με την κρυφή ελπίδα  ότι ίσως με τον καιρό μαλακώσει κι αλλάξουν  τα πράγματα.

Δυστυχώς ο καιρός περνούσε κι όχι μόνο δεν μαλάκωνε ο Νιόνιος αλλά αγρίευε περισσότερο.

 Ένα χρόνο περίπου  μετά παρουσιάστηκε σαν από μηχανής Θεός η ξεχασμένη  αδελφή του Νιόνιου στην Αμερική η Αντρίκα,  που όταν το πήρε απόφαση ότι δεν υπήρχε ελπίδα να αποκτήσει η ίδια παιδί έγραψε του Νιόνιου να πάρει ένα από τα δικά του να το μεγαλώσουν με τον άνδρα της σαν παιδί τους και να φτιάξει τη ζωή του γιατί στη Ζάκυνθο δεν είχε μέλλον. Επί πλέον οι κοπέλες μεγάλωσαν και πώς θα τις παντρέψει χωρίς προίκα;  Αν πάει ένα από τα σερνικά στην Αμερική μπορεί  με τη δουλειά του να βοηθούσε στην αποκατάσταση τους!

Συνήθως, τις σοβαρές αποφάσεις τις έβγαζε μόνος του ο Νιόνιος και κατόπιν τις ανακοίνωνε στη φαμελιά.  Αφού διάβασε και ξαναδιάβασε το γράμμα της Αντρίκας πήρε τις αποφάσεις του, αμετάκλητες όπως πάντα.  Η Γεωργία φιδοφαγωνόταν για μέρες από τότε που απρόσμενα έφτασε το γράμμα της κουνιάδας  από την Αμέρικα, αλλά περίμενε υπομονετικά κάποια ενημέρωση γνωρίζοντας πως και να ρωτούσε χαμένος κόπος!  Η ενημέρωση δεν άργησε. Έπεσε από τα σύννεφα η φαμελιά κι η Γεωργία στα γόνατα με δάκρυα απελπισίας να τον παρακαλεί να μην κάνει κάτι τέτοιο γιατί δεν θα το άντεχε. Τότε αγρίεψε πολύ ο Νιόνιος, την απείλησε πως αν δεν σταματήσει να κλαψουρίζει  κι αν δεν συμμορφωθεί με τη θέληση του αυτή και τα παιδιά, αλίμονο σε όλους τους.

Έκλαψε, παρακάλεσε, απείλησε η Μάνα, ανένδοτος ο Νιόνιος.

Η Μαργαρίτα  που φυσικά δεν είχε πάψει να αγαπάει τον Τζανέτο ούτε εκείνος αυτήν, μαζεύτηκε σε μίαν άκρη να μην την βλέπει ο πατέρας της κι έκλαιγε απαρηγόρητα.  Πανικός την έπιανε και μόνο στη σκέψη, μικρό και άβγαλτο κορίτσι όπως ήταν να ταξιδέψει ολομόναχη τόσο μακριά και να αποχωριστεί Μάνα κι αδέλφια  και να ζήσει με άγνωστους ανθρώπους που δεν  είχε δει ποτέ στη ζωή της.

Γιατί, ναι, ο Νιόνιος, αποφάσισε να στείλει στην Αμερική όχι ένα από τα αγόρια όπως ζητούσε η θεία, αλλά την Μαργαρίτα που «ακούστηκε» που «έβγαλε όνομα» στη μικρή τους κοινωνία και θα ήταν δυσκολοπάντρευτη. Θα την ξεφορτωνόταν μια και καλή να καθαρίσει το όνομα του αλλά να γλιτώσει και την προίκα που έτσι κι αλλιώς δεν είχε να της δώσει!  Άδικα τα δάκρυα και τα παρακάλια όλων να μη διώξει μικρό κορίτσι για το άγνωστο.

Η ημέρα αναχώρησης της Μαργαρίτας, έφτασε πολύ γρήγορα.

Με βαριά καρδιά αποχαιρετίστηκαν, θρήνος στην οικογένεια, ο μόνος ψυχρός κι αμέτοχος ο Νιόνιος!

Συνωμότησαν όλα τα αδέλφια της Μαργαρίτας αλλά και του Τζανέτου  ώστε να αποχαιρετιστούν τα παιδιά. Αγκαλιάστηκαν σμίγοντας τα δάκρυα τους ανταλλάσσοντας όρκους αιώνιας αγάπης με την υπόσχεση πως ό,τι κι αν γίνει, εκείνοι θα ξανασμίξουν και θα παντρευτούν.

Λόγια, λόγια, λόγια. Γιατί, άλλαι αι βουλαί του έρωτα και άλλαι της κυρά ζωής.

Είχε περάσει καιρός αφότου η μικρή Μαργαρίτα πήρε το δρόμο για το άγνωστο. Μια μέρα όπως έφευγε για τη δουλειά ο κυρ Ανδρέας  τον σταματάει ο Νιόνιος που του είχε στήσει καρτέρι και του μίλησε.

-Άκουσε Ανδρέα, μια ζωή γειτονιά πάππου προς πάππου δεν συγχυστήκαμε ποτέ δεν είπαμε εμείς οι άντρες στάσου παρά κει ο ένας στον άλλον αλλά ακόμα και οι γυναίκες και τα παιδιά μας όσο ήταν μικρά μια χαρά τα πηγαίνανε. Τα θαλάσσωσε όμως ο γιος σου ο Τζανέτος  που ξεμυάλισε την Μαργαρίτα και με ρεζίλεψε. Έπρεπε να τη διώξω τη θυγατέρα μου, δε γινόταν να μείνει εδώ. Η αδελφή μου, μου ΄γραψε πως της  κάνουν προξενιά εκεί με πολύ καλά και ευκατάστατα Ελληνόπουλα αλλά ούτε να το ακούσει. 

Πολύ φοβάμαι πως έχει το νου της στον Τζανέτο και για αυτό δεν παντρεύεται. Ήλθε καιρός να φιλιώσουν οι φαμελιές μας. 

Λαχτάρισε ο Ανδρέας, σκέφτηκε πως αποφάσισε να φέρει πίσω την Μαργαρίτα ο Νιόνιος και να παντρευτούν τα παιδιά!

Για αυτό, συνέχισε ο Νιόνιος,  άκουσε προσεκτικά τι θα σου πω. Θα της γράψω  πως ο Τζανέτος αρραβωνιάστηκε και παντρεύεται  σύντομα,  η κυρά  δεν ξέρει να γράφει και να διαβάζει και τα γράμματα που της στέλνει, τα γράφουν τα παιδιά. Μόνο έτσι θα τελειώσει αυτή η ιστορία να ησυχάσουμε όλοι. Τη φαμελιά μου θα την αναλάβω εγώ,  είπε με ύφος που έκρυβε πολλά, ανάλαβε κι εσύ τη δική σου.

Ο Ανδρέας  έφυγε σκεφτικός.  Γνώριζε πως αυτό που του ζητούσε ο Νιόνιος ήταν άτιμο και καθαρός εκβιασμός  ο Τζανέτος  ποτέ δεν θα το δεχόταν όσα και να του έλεγε ο πατέρας του και θα έκανε επανάσταση.  Δεν ήταν τίμιο ούτε ηθικό την αγαπούσε τη Μαργαρίτα ποτέ δε θα την πλήγωνε τόσο πολύ  να πιστεύει πως ήταν ψεύτης πως την πρόδωσε πως δεν  την αγάπησε το ήξερε καλά το παιδί του. Αντιμετώπιζε ένα σοβαρό πρόβλημα όμως. Κανένας δεν είχε τη διεύθυνση της Μαργαρίτας στην Αμερική,  πώς να επικοινωνήσουν μαζί της να της πουν την αλήθεια;

Ο ύπουλος και παμπόνηρος Νιόνιος είχε φροντίσει για αυτό. Ορμήνεψε την αδελφή του να ταχυδρομεί εκείνη τα γράμματα της Μαργαρίτας και πίσω να μη βάζει διεύθυνση παρά μόνο το όνομα της και Αμερική.  Εδώ είχε πιάσει το Σπύρο τον ταχυδρόμο και του έδωσε αυστηρές εντολές,  (συνοδευόμενες και με «κάτι τις» που του έδινε κάθε τόσο),  να μην παραδώσει  ποτέ γράμμα από την Αμερική σε κανέναν στη φαμελιά του  παρά μόνο στα χέρια του, το ίδιο κι αν έλθει γράμμα για τον Τζανέτο. Μην το ξεχάσει  ποτέ αυτό  γιατί  εκείνος είχε τον τρόπο του να τον κάνει να χάσει τη δουλειά του.

Έτσι, χάθηκαν τα παιδιά και δεν είχαν ελπίδα να επικοινωνήσουν ή να μάθουν νέα ο ένας για τον άλλον.

Αυτό εκμεταλλεύτηκε ο Ανδρέας, δεν θα έκανε ποτέ τέτοιο πράγμα στη Μαργαρίτα, κοριτσάκι ξενιτεμένο, ποιος ξέρει τι περνάει. Δεν θα την πλήγωνε ούτε θα πρόδιδε το παιδί του λέγοντας της ψέματα.

Λίγες μέρες μετά, βρήκε το Νιόνιο και του το είπε. Όμως, μην ανησυχείς, θα πούμε στον Τζανέτο ότι παντρολογιέται η Μαργαρίτα. Σίγουρα θα πονέσει στην αρχή αλλά ελπίζω να το ξεπεράσει. Θα κοιτάξω εν τω μεταξύ να τον παντρέψω στ΄ αλήθεια με την ελπίδα να αφοσιωθεί στη φαμελιά του και να ξεχαστεί το θέμα.

Τότε και μόνο τότε, γράψε, αν θέλεις, κι εσύ στην Μαργαρίτα ότι παντρεύτηκε ο Τζανέτος, όχι νωρίτερα.  Όλως παραδόξως, το δέχτηκε ο Νιόνιος γιατί τον βόλευε καλύτερα να παντρευτεί στ΄ αλήθεια ο Τζανέτος.

Όλα έγιναν γρήγορα. Μαθαίνοντας πως παντρολογιέται η Μαργαρίτα, πεισμάτωσε πολύ ο Τζανέτος, τον γέλασε, τον κορόιδεψε, μαγεύτηκε από τα πλούτη της Αμερικής και τον ξέχασε τελείως.

Στην απόγνωση κι απελπισία που βρέθηκε, παντρεύτηκε με μια καλή κοπέλα από μακρινό χωριό που του προξένεψαν, ώστε να μην έχει πέσει στα αυτιά της η μεγάλη του αγάπη για τη Μαργαρίτα και η προδοσία που του έκαμε.

Κυλούσε η ζωή σχετικά ήρεμα για τον Τζανέτο με τη φαμελιά του, μολονότι το αγκάθι της Μαργαρίτας τον τσιμπούσε πότε-πότε και προσπαθούσε να σκέφτεται μόνο τις τρυφερές στιγμές κι όχι την προδοσία!

Όταν έμαθε η Μαργαρίτα πως παντρεύτηκε ο Τζανέτος έπεσε να πεθάνει! Ούτε σαν σκέψη δεν άντεχε πως δεν την αγάπησε αληθινά, ότι πάτησε τον όρκο που της έδωσε και μόλις έφυγε διωγμένη εξ αιτίας του, εκείνος την ξέχασε και παντρεύτηκε.

Στα λίγα και λιγόλογα γράμματα που της έστελνε ο πατέρας της από καιρού σε καιρό, πάντα σε απρόσωπο και αυστηρό ύφος, την επέπληττε που ήταν ακόμα ανύπαντρη, τι περιμένει να γεροντοκοριάσει ή μήπως γυρίζει με τον έναν και με τον άλλον και για αυτό δεν την θέλει κανείς, ούτε στην Αμερική; Όλα αυτά συνοδευόμενα κι από απειλές!

Έτσι, λίγο καιρό αργότερα του έγραψε η αδελφή του ότι η Μαργαρίτα μετά από σύντομο αρραβώνα μ΄ ένα καλό παιδί Ελληνικής καταγωγής παντρεύεται την άλλη Κυριακή.

Δικαιολόγησαν στο Νιόνιο κι ο Νιόνιος στο περιβάλλον την καθυστερημένη, επίσημη, ανακοίνωση για τον αρραβώνα και το γάμο της Μαργαρίτας, με το ότι ήταν πολύ άρρωστος ο θείος της στην Αμερική, για αυτό θα κάνουν και κλειστό γάμο.

Χαρές μεγάλες η κυρά Γεωργία και τ΄ αδέλφια της Μαργαρίτας!

Αγόρασε κουφέτα, πιοτό και κερνούσε τις γειτόνισσες και όλους που πήγαιναν να συγχαρούν για τα καλά νέα, ο Νιόνιος όμως, με ύφος…σαράντα Καρδιναλίων, δεν δεχόταν συγχαρητήρια!

Θα δεχτεί, λέει, όταν λάβει νυφικές φωτογραφίες και δει με τα ίδια του τα μάτια ότι όντως παντρεύτηκε!

Το έγραψε και στη Μαργαρίτα, μόνο τότε θα της ευχηθεί τα καλορίζικα!

Καημένο κορίτσι, χαμένος κόπος ο «αρραβώνας»! Γιατί φυσικά και δεν αρραβωνιάστηκε! Εκείνη έταξε τον εαυτό της στον Τζανέτο και δεν θα έπαιρνε τον όρκο της πίσω κι ας την πρόδωσε. Ο Νιόνιος, όμως, περίμενε φωτογραφίες.

Κι ο Νιόνιος, λίγο μετά, έλαβε νυφικές φωτογραφίες! Με μια Μαργαρίτα-νύφη  να λάμπει από νιάτα κι ομορφιά κι έναν όμορφο νέο να την κοιτάζει με λατρεία!

Χαρές ευαγγέλια στο σπίτι του Νιόνιου!  Άνοιξαν πόρτες να δεχτούν όλο τον κόσμο! Να αποκατασταθεί, επί τέλους, η τιμή του και να κλείσουν όποια στόματα κουτσομπόλευαν!

Πήγε κι η Μαύρα από δίπλα με τον Ανδρέα και τα παιδέγγονα.

Στριμώχτηκε ο Τζανέτος από τη γυναίκα του, που όλο τον καιρό πίστευε πως οι δυο φαμελιές είχαν παρεξηγηθεί πολύ παλιά κι ο Νιόνιος το κρατούσε ακόμα, να πάνε κι αυτοί να συγχαρούν, ευκαιρία να μονιάσουν πια με το γείτονα.

Κατέβασε μονορούφι το ποτό που του σέρβιρε η Βανθία, κουφέτα, όμως, δεν πήρε. Μόνο, κοίταξε πολλή ώρα τη νυφική φωτογραφία, μετά,  γύρισε κι έφυγε αμίλητος.

 ***

Κι ο χρόνος κύλησε, όπως κυλάει πάντα, αδιάφορος για ό,τι αφήνει πίσω του, αδιάφορος για πληγές, κάποιες μπαλωμένες, επουλωμένες, άλλες ανεπούλωτες.

Η σκλήθρα, ο Νιόνιος, άφησε τα εγκόσμια χωρίς ποτέ να μάθει πως η νυφική φωτογραφία της Μαργαρίτας που στόλιζε το σπίτι του, τρανή απόδειξη αποκατάστασης της λεκιασμένης «τιμής του», ήταν στημένη. Νοικιασμένος ο γαμπρός, όπως νοικιασμένα και τα νυφικά για μία ώρα περίπου στο Φωτογραφικό στούντιο.

Με πόση θλίψη και πόνο φόρεσε το νυφικό και στήθηκε να καμαρώνει δίπλα στο νεαρό-μοντέλο παριστάνοντας την ευτυχισμένη! Όμως, ήταν ο μόνος τρόπος για να απαλλαγεί από το μίσος και τις πιέσεις του πατέρα της και να ανασάνει η δόλια η Μάνα της που ποιος ξέρει τι περνούσε.

Τη νύχτα του…γάμου της, την πέρασε κλαίγοντας στο δωμάτιο της. Για τη διάψευση των ονείρων της, για την προδοσία του Τζανέτου, τους όρκους που πάτησε και μόλις έφυγε εκείνη πήγε και παντρεύτηκε.

 Για τον ξενιτεμό της που δεν συνήθισε ποτέ κι ας κατάφερε, τελικά, να σταθεί στα πόδια της, να «προοδεύσει» και να αποχτήσει οικονομική ανεξαρτησία και καταξίωση, αφού η φίρμα της «Κομμώσεις Ζάντε», έχαιρε σεβασμού και αργά αλλά σταδιακά εξαπλώθηκε σε σημείο που το ένα μεγάλο Κομμωτήριο δεν αρκούσε πια για να καλύψει την μεγάλη της πελατεία!

Όταν έμαθε για το γάμο του Τζανέτου έπεσε κάτω να πεθάνει. Για πολύ καιρό έπαψε να ζει. Έχασε τελείως το ενδιαφέρον για τη ζωή κι έλιωνε μέρα με την ημέρα. Όμως ο θείος και η θεία της ήταν καλοί άνθρωποι και την αγαπούσαν σαν παιδί τους. Δική τους ιδέα ήταν ο στημένος γάμος.

Η αγάπη τους και το συνεχές ενδιαφέρον τους, αλλά και ο χρόνος, βοήθησαν κάποτε να συνέλθει. Φοίτησε σε σχολή κι έμαθε καλά τα Αγγλικά, μετά, σε Τεχνικό Κολλέγιο όπου πήρε Δίπλωμα Κομμώτριας.

Αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη δουλειά της, την αγάπησε κι έβαλε ψυχή  σε αυτήν! Η αναγνώριση δεν άργησε να έλθει.

Πέρασαν τα χρόνια με τη Μαργαρίτα να προοδεύει επαγγελματικά όλο και περισσότερο. Ήταν γύρω στα 40, όταν αποφάσισε να πάει για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Είχαν φύγει από τη ζωή η θεία κι ο θείος, γιατί ποτέ δεν θα τους άφηνε μόνους, εκείνη όμως έμεινε μόνη πιστή σε ένα προδομένο όνειρο.

Συναντήθηκαν με το Τζανέτο. Μεσήλικας και πρόωρα γερασμένος κι εκείνος. Τότε μόνο έμαθαν κι οι δυο την αλήθεια. Όμως, αργά πια, πολύ αργά για αυτούς, μολονότι ο Τζανέτος της ζήτησε να μείνει, ποτέ δεν είναι αργά. Κατά βάθος, όμως, γνώριζε κι εκείνος, είχε κυλήσει πολύ νερό κάτω από το αυλάκι. Ακόμα και το Πηγάδι της Κάναλης στέρεψε, πώς να ζωντανέψεις έναν έρωτα τόσο αργά και σε πόσα πτώματα να πατήσεις, πώς να επιβιώσει με τόσες ενοχές που θα σέρνει πίσω του.

Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν τρυφερά για στερνή φορά, αφού κι οι δυο γνώριζαν πια πως ο κύκλος τους που τόσα χρόνια είχε μείνει ανοικτός, έκλεισε πια.

Αλαφρωμένη η Μαργαρίτα που,  επί τέλους, διαπίστωσε πως δεν είχε προδοθεί, πήρε το δρόμο του γυρισμού.

Γυρνώντας πίσω τη χτύπησε η μοναξιά χωρίς τη θεία και το θείο της.

Ήταν μόνη, πολύ μόνη. Κάτι δεσμοί που έκανε κατά διαστήματα δεν προχώρησαν, πιθανόν γιατί η σκέψη έτρεχε πίσω, σε κείνο το όνειρο.

Μα το όνειρο δεν υπήρχε πια. Έμεινε εκεί στο παλιό σπίτι κοντά στην Κάναλη.

Συνέχισε να δουλεύει ασταμάτητα, έτσι για να γεμίζει τα κενά για να μην σκέφτεται πως άδικα χαραμίστηκε η ζωή τους, γιατί κι ο Τζανέτος μολονότι είχε μια ήρεμη οικογενειακή ζωή, δεν ένιωσε ποτέ ευτυχισμένος, τον έτρωγε τόσα χρόνια το σαράκι της προδοσίας της Μαργαρίτας που την αγάπησε τόσο πολύ.

Και τώρα που έμαθε, πονούσε περισσότερο, κάποιες φορές σκεφτόταν, ίσως καλύτερα να μην είχε μάθει γιατί όσο και να είχε καταλαγιάσει η αρχική οργή, κάτι είχε μείνει κι εκείνο το κάτι, ήταν η άμυνα του στον πόνο.

Τελικά, αναγκάστηκε να δεχτεί πως ούτε αυτός ήταν πια το αγόρι που σκίρτησε η καρδιά του για την όμορφη γειτονοπούλα του, όμως, ούτε η ώριμη επαγγελματικά επιτυχημένη κι ανεξάρτητη από κάθε άποψη Μαργαρίτα,  είχε πια τίποτα κοινό με το μικρό αθώο κορίτσι που αγάπησε τόσα χρόνια πριν!

***

Μετά από κείνο το πρώτο ταξίδι, πέρασαν πολλά χρόνια χωρίς ποτέ η Μαργαρίτα να νιώσει την επιθυμία να επιστρέψει έστω και για λίγο, είχε πάρει πια τις αποφάσεις της. Ο Τζανέτος, είχε μείνει πίσω, είχε σχεδόν σβήσει  και από τις σκέψεις αλλά και από την καρδιά της.

Και τα χρόνια περνούσαν, έτσι όπως περνούν πάντα χωρίς να γνοιάζονται για κανέναν και για τίποτα.

Είχε περάσει τα 65, ένιωθε κουρασμένη από τη ζωή και γερασμένη, φοβήθηκε πως βρισκόταν στο κατώφλι της κατάθλιψης. Γερνάει μέρα με την ημέρα, μόνη κι έρημη σε ξένο τόπο, γιατί προσαρμόστηκε μεν στη νέα χώρα αλλά δεν αφομοιώθηκε ποτέ!

Έμενε πάντα η Μαργαρίτα της Κάναλης.

Μα, στην Κάναλη δεν μπορούσε, δεν ήθελε πια να επιστρέψει. Εκεί ζούσε ο Τζανέτος με τα παιδιά και τα εγγόνια του, δεν είχε το δικαίωμα να του αναστατώσει τη ζωή, τη στιγμή που για κείνην όλα είχαν μείνει πια στο πολύ μακρινό παρελθόν και δεν είχε μείνει παρά μια γλυκόπικρη θύμηση από τη νεανική της αγάπη.

Επιστρέφοντας, επέλεξε να μην πάει στην Μπόχαλη, αλλά να μείνει στην πόλη.

Τυχαία, ή μήπως, προκαθορισμένο από τη μοίρα, συναντήθηκε με το Νύση! Με το Νύση, που από μικρό παιδί τη θαύμαζε, ακόμα και στα παιχνίδια φρόντιζε να βρίσκεται κοντά της, έτσι για να την βλέπει.

Μικρός ο τόπος όμως και μεγαλώνοντας λίγο, εκεί που προσπαθούσε να βρει το κουράγιο να της πει πως του άρεσε και να βολιδοσκοπήσει την αντίδραση της, μαθεύτηκε πως αγαπιόνταν με τον Τζανέτο.

Φοβερή η απογοήτευση του, αλλά ποτέ κανείς δεν έμαθε τίποτα για τα αισθήματα του. Μόνο εκείνος, όπως της εξομολογήθηκε δεκαετίες μετά, το ήξερε πως του άρεσε πολύ και της είχε αδυναμία!

Όταν βρεθήκανε τυχαία να πίνουν καφεδάκι σε διπλανά τραπέζια πολύ νωρίς κάποιο πρωινό, στην ίδια καφετέρια απολαμβάνοντας την ανατολή του ήλιου, ψιθύρισε σιγά το όνομα της, τα υπόλοιπα, ιστορία!

Ήταν φοβερά προσεκτικός στην αρχή, από φόβο μήπως την τρομάξει και τη χάσει ξανά!

Ολοφάνερη, όμως, η έλξη που ασκούσαν ο ένας στον άλλον.

Βλέπονταν κάθε μέρα, αλλά και τα βράδια συναντιόνταν σε ήσυχα, απόμερα μέρη, για να μην γίνονται στόχος και δίνουν λαβή σε σχόλια.

Εργένης ο Νύσης, δεν παντρεύτηκε ποτέ.

Για πολλά χρόνια δεν θα μπορούσε, ούτε ο ίδιος, να πει με σιγουριά για ποιο λόγο δεν παντρεύτηκε. Γοητευτικός άνδρας ήταν, ευκατάστατος, καλλιεργημένος, σοβαρός, άρεσε στις γυναίκες. Όμως, με καμιάν δεν στέριωνε για πολύ. Έφτασε στο σημείο, ακόμα και, σε αυτά τα «μοντέρνα» κι ανήκουστα στον καιρό του, τουτέστιν να κάνει Ψυχανάλυση, για να μάθει τάχα μου τάχα μου για ποιο λόγο δεν στεριώνει με γυναίκα!  Δεν χρειάστηκαν πολλές συνεδρίες, ώστε η πεπειραμένη Ψυχολόγος που τον έβλεπε, να καταλήξει στο συμπέρασμα πως εκείνο το νεαρό κοριτσόπουλο που στα αθώα του χρόνια αγάπησε χωρίς ποτέ να το εκδηλώσει σε κανέναν, είχε στοιχειώσει μέσα του και δεν τον άφηνε να προχωρήσει.

Στην αρχή γέλασε και ειρωνεύτηκε ότι η Θεραπεύτρια βρήκε την εύκολη λύση, σκέφτηκε, που άθελα του εκείνος την οδήγησε και την χρησιμοποίησε λες κι ανακάλυψε πως υπάρχει ζωή σε άλλους πλανήτες! Τζάμπα λεφτά και χαμένος κόπος οι συνεδρίες μαζί της.

Εκείνη, όμως, τον καθοδήγησε και τον βοήθησε δίνοντας του το Μίτο να τον ξετυλίγει, αργά αργά, μέχρι να φτάσει στην αλήθεια!

Η μικρή Μαργαρίτα ζούσε πάντα μέσα του και σε κάθε δεσμό που έκανε, εκείνην προσπαθούσε να βρει. Σαν διαπίστωνε την πλάνη του, έφευγε πάντα.

Έτσι πέρασαν τα χρόνια μέχρι που συμβιβάστηκε, αποδέχτηκε την αλήθεια που πεισματικά αρνιόταν να δει μια ζωή κι επί τέλους ηρέμησε! Θείο δώρο η επανεμφάνιση της Μαργαρίτας στη ζωή του, έστω και τόσο αργά! Η Αγάπη, πλανιόταν στον αέρα κι όμως δίσταζε πολύ ο Νύσης να εκδηλωθεί.

Η Μαργαρίτα πάλι, βρισκόταν σε μια συνεχή υπερένταση και ανησυχία, μέχρι που σε έναν περίπατο στο Κρυονέρι με μοναδικό μάρτυρα  το Φεγγάρι, αφέθηκαν ελεύθερα να φλυαρήσουν τα χείλη και η καρδιά!

Κι η Μαργαρίτα, για πρώτη φορά στα 65 και βάλε χρόνια της, ένιωσε να πλημμυρίζει η καρδιά της από τρυφερότητα κι αγάπη για το Νύση που με την ευαισθησία και τρυφεράδα του με τη λεπτότητα και την αγάπη του, άγγιξε την ψυχή της όπως ποτέ κανένας μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν την είχε αγγίξει!

Ζούσαν ένα όνειρο, ένα υπέροχο, μοναδικό όνειρο. Είχαν σμίξει τις μοναξιές τους και κανείς τους πια δεν ένιωθε μόνος!

Γυρίζοντας στην Αμερική η Μαργαρίτα, άρχισαν να επικοινωνούν ηλεκτρονικά, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που πρόσφερε η τεχνολογία μιλούσαν με τις ώρες καθημερινά, βλέπονταν στο ΣΚΥΠΕ, όμως, έλειπαν πολύ ο ένας του άλλου.

Για πρώτη φορά η Μαργαρίτα, άρχισε να σκέφτεται σοβαρά τον μόνιμο γυρισμό στην πατρίδα! Δύσκολη απόφαση, αλλά εκεί που ζούσε δεν είχε κανέναν και στη Ζάκυνθο υπήρχε πλέον ο Νύσης!

Ο Νύσης που την αγαπούσε πολύ που την κοίταζε με ένα βλέμμα γεμάτο λατρεία, που είχε ομορφύνει τη ζωή της !

Είχε γίνει το παν για κείνη, απορούσαν κι οι δυο, πώς έζησαν τόσα χρόνια μακριά ο ένας από τον άλλον!

Από δω και πέρα, όμως, όλα άλλαζαν.

Δεν δυσκολεύτηκε να πάρει την τελική απόφαση. Της πήρε κάμποσους μήνες να τακτοποιήσει επιχειρησιακά και άλλα προβλήματα, διατηρώντας ένα Κομμωτήριο μόνο κι ένα διαμέρισμα, για να έρχονται ενίοτε με το Νυση.

Κόντευαν τα 70 πια, η Μαργαρίτα δεν ενδιαφερόταν για γάμο και νομιμοποίηση της σχέσης τους. Για κείνην μετρούσαν μόνο τα αισθήματα τους. Ο Νύσης, όμως, όχι μόνο επέμενε να παντρευτούνε αλλά και όπως ονειρευόταν αυτό το γάμο από παιδί!

Με τη Μαργαρίτα του ντυμένη νύφη στα λευκά κι εκείνον ντυμένο γαμπρό να καμαρώνει δίπλα της!

Παρά τις αρχικές της αντιρρήσεις, η Μαργαρίτα  υποχώρησε.

Στον Άγιο Νικόλα, την πολύ γραφική εκκλησία στο Βασιλικό, στη Ζάκυνθο έγινε ο γάμος τους! Ο πρώτος και μοναδικός γάμος τόσο για την Μαργαρίτα όσο και για το Νύση, γύρω στα 70 τους!

Όπως ήταν λεπτοί, ψηλοί, ευθυτενείς  και ομορφάνθρωποι κι οι δυο αν αφαιρούσες τις ρυτίδες…έμοιαζαν με οποιοδήποτε νέο ζευγάρι!

Μολονότι από λεπτότητα απέναντι στον Τζανέτο κράτησαν χαμηλό προφίλ όλο το διάστημα, όπως σε όλες τις μικρές κοινωνίες, έτσι και  στη Ζάκυνθο μαθεύτηκε γρήγορα.

Μία από τις ανθοδέσμες που κατέφθασε το βράδυ, στο παραθαλάσσιο Κέντρο που δόθηκε μια μικρή δεξίωση με λίγους προσκεκλημένους, ήταν από τον Τζανέτο, η κάρτα που την συνόδευε έγραφε::

«Κάθε δυνατή ευτυχία γιατί την αξίζετε»!

Ήταν Φθινόπωρο και τα δέντρα φυλλορροούσαν!

Το Φθινοπωρινό ταξίδι της Αγάπης τους όμως, δένδρο Αειθαλές, όπου τα φύλλα του θα ταξίδευαν σ΄ ένα ατέλειωτο ταξίδι και δεν θα φυλλορροούσαν ποτέ!

Διονυσία Μούσουρα – Τσουκαλά
“Ταξίδια που δεν τελείωσαν”, Εκδόσεις Ναυτίλος 2017

Καλό Μάρτη

Share

http://birmingham-dolls.co.uk/review.html Τύλιξαν τα χρώματα και τα φτερά τους οι χοροί,
μέσα  στην νύχτα!
Αναδιπλώθηκαν τα Αισθήματα στα Ερωτήματα…
Ποια η αλήθεια αδερφέ, στην Μεταμφίεση; 
Ποια η αλήθεια αδερφέ, Πίσω απ’ τις μάσκες; 
Αναδιπλώθηκαν ξανά τα Ερωτήματα…
Κρύφτηκαν μ’ ένα δάκρυ στα Αισθήματα!

Buy Diazepam Τζένη Κουφοπούλου

8 + 1 Χαϊκού

Share

http://anitaanand.net/wp/profile/register/ 8 Χαϊκού – Bραβευμένα από τη ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ”ΤΕΧΝΗ”

ΧΡΩΜΑ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ

ΤΩΝ ΦΡΟΝΙΜΩΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

ΚΑΡΜΠΟΝ

ΜΑΓΙΚΟ ΦΙΛΤΡΟ

Σε σαϊτεύω
με ουράνιο τόξο.
Παραδίνεσαι;

Ζαχαρωμένοι   
κουραμπιέδες βουτύρου.
Δοκιμάστε μας.

Πόσο μου μοιάζει
το ποίημα στο τζάκι.
Καμένο χαρτί.

Μέσα στους στίχους
δυο σταγόνες κόκκινο.
Σπάει το μαύρο.

ΟΛΕΘΡΙΑ ΣΧΕΣΗ

ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ

ΕΝΕΔΡΑ

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΚΛΗΣΕΙΣ

Έδεσα κόμπο
τις παλιές σου αγκαλιές
και κρεμάστηκα.

Είπαν: Στα όπλα.
Πατήρ πάντων ο πόλεμος.
Είπα: Ορφανός.

Με συλλαμβάνουν
τα παιδικά μου χρόνια
μπροστά στη σκάλα.

Εδώ Αβραάμ.
Μ’ ακούς Αγαμέμνονα;
Τα παιδιά καλά;

 

ΠΡΩΤΗ ΓΕΝΑΡΗ

   
 

Μη με ρωτάτε
αν είμαι κερδισμένος.
Έχασα χρόνο.

   

 Χάρης Μελιτάς

Το σπίτι της Βασίλως

Share

Θεατρικό έργο

Buy Valium Dublin Η υπόθεση του έργου εκτυλίσσεται στη Μελβούρνη, στο Κορινθιακό χωριό της Βασίλως και στην Αθήνα μεταξύ 1953 και 1993.

Τα κύρια Πρόσωπα

  • Θάνος Πετρίδης             δημοσιογράφος, ανταποκριτής εφημερίδων
  • Σταμάτης                       εργαζόμενος, ποιητής
  • Αναστασία,                     (Σύζυγος του Σταμάτη)
  • Κωστής                          ποιητής, διανούμενος
  • Ακρόπουλος                   Διευθυντής εφημερίδας (65-70 ετών)
  • Πρέσβης Δημ. Λάμπρου (55 ετών)
  • Γενικός Πρόξενος Δημ. Παπαδάκης   (45 ετών)
  • Βασίλω Παπασώτη       (σύζυγος του Μενέλαου Παπασώτη)
  • Μενέλαος (Μένιος) Παπασώτης
  • Ηλίας Παπασώτης         (αρχικά 23 ετών)
  • Βούλα, Πολυξένη, Γρηγόρης, Κατερίνα   (αδέλφια του Ηλία Παπασώτη)
  • Μαριάνθη
  • Διονύσης, αρχικά 23 ετών,  (φίλος του Ηλία)
  • Γιάννης και Νίκη                  (ζευγάρι, αδελφός και νύφη της Βασίλως)
  • Σωκράτης και Παναγιώτα    (ζευγάρι, γονείς της Ουρανίας)
  • Ουρανία Παπασώτη,           (26 ετών, γυναίκα του Γρηγόρη)
  • Γιαννούλα, Γεωργία             (συνομίληκες φίλες της Βασίλως).

Δέκα

Share

Δέκα μέρες που έφυγε η Kim για την Πράγα, κι άλλες τόσες να γυρίσει· αν γυρίσει, πίσω. Το γνωστό πηγαινέλα· για να μη γίνει ποτέ το ‘θα δούμε’, ένα σκέτο ‘ναι’. Δέκα μέρες τώρα -σε καλό μου- ποιος με κολάζει; Ποιος θέλει σώνει και καλά να μού φυτέψει φτερά στην πλάτη; Τι κερατιάτικα, τι διάολο αμαρτίες πληρώνω;

Από τότε που, για ν’ αντιδράσω κάπως θετικά σ’ όλο αυτό το περίπου, άρχισα να καταπιάνομαι επιτέλους με τη χαμηλή βιβλιοθήκη κάτω απ’ το παράθυρο· λες κι όλα τ’ άστρα μαζί μ’ έβαλαν στο μάτι: Το πρώτο κιόλας βράδυ που έφυγε η Kim, ήρθ’ εδώ η Λένα, φορτωμένη μ’ όλου του κόσμου τα καλά και μια πρωινή τσιπούρα πελαγίσια· να την ψήσουμε στα κάρβουνα. Κι όταν με βλέπει φωτίζεται το πρόσωπό της. Με ρωτά, με φιλά και μ’ αγγίζει σα να ’μαι εικόνισμα Κι εγώ νοιώθω άσχημα· σα να μού ψήνει το ψάρι στα χείλη, γιατί δεν μπορώ να τής δώσω τίποτ’ απ’ όσα θέλει· κι ας κάνει τάματα, μετάνοιες και γονυκλισίες.

Απ’ την άλλη, να ένα μήνυμα τής Χρύσας στο τηλέφωνο· πως γύρισε λέει απ’ τις διακοπές με τον Αντρέα της! Θού Κύριε… Δεν το απαντώ· μη ρίξω λάδι στη φωτιά, δεν είν’ ανάγκη. Έχω άλλη δουλειά τώρα, πιο σοβαρή: Άλλη τέχνη, μ’ άλλη στάση, με άλλες ανάσες: Είπαμε: Ετοιμάζομαι να λουστράρω τη βιβλιοθήκη, τα ντουλάπια και το κάλυμμα τού καλοριφέρ που έχω φτιάξει στο δωμάτιό μου: Αυτό κι αν θέλει χάρη, χέρι, υπομονή και συγκέντρωση! Κι όλο ο Ντίνος, να με χασομεράει τριγυρνώντας μες στα πόδια μου σαν καυλωμένος κεραμιδόγατος, για να γεμίσει το κενό που τού άφησε η Ντίνα φεύγοντας. «Τι ακριβώς έγινε;» τον ρωτώ· «Ατύχησα.» λέει. «Μα δε σε ρωτώ τη γνώμη σου· τα γεγονότα θέλω.» «Α, εσύ το πας πολύ μακριά…» Οπότε, με ένα ‘ατύχησα’ ξεμπερδεύει· κι άντε πάλι απ’ την αρχή.
Γιατί να μην μπορώ να το εφαρμόσω κι εγώ έτσι εύκολα στον εαυτό μου αυτό;

*

Βλέπεις όμως· δεν κάθομαι κι εγώ στ’ αυγά μου: Πάλι καλά που η Λουκία ήταν πνιγμένη συνεχώς, όσες φορές τής τηλεφώνησα. Έχω χάσει το λογαριασμό πια, και δεν θυμάμαι διόλου πού ακριβώς, σε ποιο νησί, την πέτυχα την τελευταία φορά, μέσα στα τόσα Φεστιβάλ που την καλούν να παριστάνει την Καλλιτεχνική Επιτροπή: (Ο πιο μπατίρης κι ανιστόρητος λαός, που δεν ξέρει τι τού γίνεται δέκα αιώνες τώρα· έχει με το τσουβάλι φιέστες τής πλάκας -δουλειές τού ποδαριού οι πιο πολλές- που όλες, αυτιστικά κι αυτάρεσκα, τις βάφτισε Πολιτισμό: Σοβαρές, λέει, διαδραστικές Πολιτιστικές εκδηλώσεις, Πολιτισμικές εκδηλώσεις, Πολιτιπολύ…! Τι φρίκη…)

Η Χριστίνα από την Κέρκυρα· «Σε πεθύμησα! Πότε θα έρθεις;» Δεν ξέρω.
Η Βίκη θα χαρεί πολύ να τα πούμε. Ναι· αλλά εγώ θα ήθελα να είν’ εδώ η Kim.
Η Ιωάννα, βγήκε κι αυτή απ’ τη ναφθαλίνη και με θυμήθηκε.
Κι ο Ντίνος μ’ έν’ ακουστικό συνέχεια κολλημένο στ’ αυτί· ζητά σα ζητιάνος.

*

Προχωράει το βάψιμο· ζήτω η χειρωναξία! Σειρά έχουν τώρα οι υπόλοιπες ντουλάπες στο δωμάτιο. Θέλει κι αυτό πολύ μαστοριά. Η ριπολίνη είναι τέχνη δύσκολη· δεν είναι πλαστικό τοίχου να παίρνεις σβάρνα και να το περνάς άτσαλα μ’ ένα ρόλερ, σαν αρκούδος που ξύνεται σ’ ένα γέρικο πεύκο.

*

Τηλεφωνά η Λουκία· ευτυχώς όχι μόνη: Να έρθει, λέει, με μια φίλη της, να δουν τον ξυλουργό; «Ελάτε· να σας δείξω και τον λουστραδόρο!» απαντώ. (Έτσι κι αλλιώς δέκα μέρες τώρα, την Kim που ψάχνω δεν τη βρίσκω: Με βλέπει στην οθόνη της και δεν μού απαντά· τ’ άστρα μας λέει δεν ταιριάζουν.) Κι όταν μπήκανε σπίτι, κατάπια τη γλώσσα μου, γιατί η φίλη τής Λουκίας ήταν η βιαστική εκείνη ύπαρξη που είχα δει τις προάλλες· σε κάποιαν αποθήκη, στο Φεστιβάλ, στην Πειραιώς. Μού είχε αρέσει· κι ας φιλήθηκε στα πεταχτά με τον Μαρωνίτη κάποια στιγμή: Η Εύα. «Χάρηκα πολύ» «Ομοίως». Μετά -τι μ’ έπιασε· μόλις έφυγαν- τής έστειλα ένα ηλμην, στήνοντας εγώ πρώτος μια γέφυρα. Γράφοντας το μετάνιωσα· μα το send το πάτησα. Εντάξει· μια γέφυρα ήταν μόνο. Ευτυχώς, αύριο φεύγουν και οι δύο· η μια για εν’ ακόμη Φεστιβάλ, κι η άλλη για το Παρίσι, δέκα μέρες.

*

Άντε πάλι: Μήνυμα της Χρύσας, να βρεθούμε λέει να συγκρίνουμε τα μαυρίσματά μας… Σαν τ’ αγοράκια που συγκρίνουν τα τσουτσούνια τους. Δεν το βάζει κάτω· τα θέλει ο κώλος της και δεν χάνει ευκαιρία να το δείξει. Τής απάντησα πως μόνο στο δώμα μπορεί να γίνει αυτό· γιατί όλο το υπόλοιπο σπίτι με τα ξυλουργικά και τα βαψίματα που κάνω, δέκα μέρες τώρα, είναι σκέτο αχούρι. Μ’ άλλα λόγια· έλα, μα να ξέρεις πως θα σε γαμήσω, αφού με τσιγκλάς. Και το βράδυ, γύρω στις δέκα, ύστερ’ από κάνα μήνα, η Χρύσα πάλευε μαζί μου στο δώμα πάλι, ντυμένη το φεγγαρόφωτο μόνο. Πολεμούσε με παγωμένο πανικό τον εαυτό της και καμωνόταν πως δεν καταλάβαινε γιατί ξανάρθε άραγε· αφού μου το ’χε φωνάξει κατάμουτρα πως θέλει τον Αντρέα της μόνο.

*

Το ανατριχιαστικό όμως είναι πως ξαναβλέποντας ύστερα όλο το φιλμ, βουτώντας πάλι σ’ εκείνες τις σκηνές και μαδώντας τρίχα-τρίχα την κάθε ενέργεια, κάθε σκέψη, κάθε ανάσα όλης αυτής της ιστορίας τρεις μήνες τώρα, διαβάζοντας νηφάλια κάθε γραφτό μου μήνυμα και κάθε απάντησή της, δεν αναρωτιέμαι πια και πολύ -καθόλου θα ’λεγα- πόσο μπορεί να τα προκάλεσα, εγώ μόνο, όλ’ αυτά. Ακόμα και το χθεσινό φέρσιμό της· εγώ… Λες; Τι λες· έτσι είναι.

Αλήθεια· τι μού συμβαίνει αυτές τις δέκα μέρες; Μήπως να πάω κάπου να κρυφτώ; Να σωπάσω εντελώς; Κι όμως, λίγο μετά, έστειλα στην Kim στην Πράγα, ένα sms: «Πώς ήταν η Πανσέληνος εκεί;» Περίμενα δέκα λεπτά, κοιτώντας σα βλάκας το κινητό στην παλάμη μου. Δεν μού απάντησε. Λυπήθηκα· μ’ ένοιαξε. Όλα με νοιάζουν τελικά το ίδιο· γι’ αυτό έχω χαθεί εντελώς.

Δεν με κρατάει ο τόπος· κανένας τόπος. Ξοδεμένη ενέργεια μόνο, που δεν βρίσκω πού να τη σπείρω, κάπου σωστά. Ευτυχώς συνεχίζω, με την ίδια προσήλωση· δεύτερο και τρίτο χέρι στο λουστράρισμα, που θέλω πολύ να μού πετύχει. Σχεδόν με συνθήκες χειρουργείου τώρα· καμιά σχέση με το αχούρι που ήταν δέκα μέρες πριν· σκουπιδαριό κανονικό, γεμάτο ροκανίδια, σκόνες, πριονίδια.

Ηλμην της Χρύσας να τα πούμε πάλι σήμερα το βράδυ κατά τις δέκα. Δεν το απαντώ.
Ηλμην τής Λένας να πάω σπίτι της. Δεν απαντώ.
Ηλμην τής Λουκίας, να με καλέσει ξανά σε κάποιο Φεστιβάλ. Σιγά μην πάω.
Ηλμην τής Εύας απ’ το Παρίσι. Ενδιαφέρον. Δεν το απαντώ.

*

«Πανσέληνος άτονη, ανύπαρκτη σχεδόν, εδώ. Εκεί;» μού ήρθε μια μπαγιάτικη απάντηση τής Kim, το πρωί όταν έβαφα. Τρελάθηκα: Τής απάντησα αμέσως: «Εδώ; Σαγηνευτικά επικίνδυνη…». Και ήρθε καπάκι καινούργιο της μήνυμα: «Με τόση περιρρέουσα σαγήνη, ελπίζω να μη βρεις τη γυναίκα της ζωής σου, μέχρι να γυρίσω.» Να γυρίσει; Ήταν το μόνο που ήθελα εκείνη τη στιγμή. «Χτες το βράδυ πάντως, ήμουν μόνος!» τής έγραψα· ψευδόμενος ασύστολα, συνειδητά κι εντελώς ξεδιάντροπα. Έβαλα με το ζόρι φρένο στη γλύκα του στομαχιού μου και δεν την πήρα τηλέφωνο να μιλήσουμε ζωντανά. Καλύτερα έτσι: Όσο λιγότερα ψέματα, τόσο το καλύτερο.

*

Το μεσημέρι έσκαγε ο τζίτζικας. Γύρω στις δύο· την ώρα που πέρναγα τις τελευταίες πινελιές στα ράφια τής βιβλιοθήκης, πήρε η Χρύσα στο τηλέφωνο. «Είμαι κοντά στο σπίτι σου· να έρθω;» Ανούσιες φλυαρίες την ώρα τής δουλειάς, είν’ ό,τι χειρότερο. «Το αφεντικό μ’ αφήνει μισή ώρα μόνο για διάλειμμα· όχι πάρα πάνω. Έλα!» Τής άνοιξα -μάστορας κανονικός- λερός, ξυπόλητος, γυμνός, μ’ ένα χαχόλικο σορτσάκι μόνο κάτω απ’ τον αφαλό. Τής έδωσα μισό φιλάκι, σεμνά, στο μάγουλο. «Τι τζούφιο φιλί είν’ αυτό;» ψιθύρισε καυλόσυρτα, με μισόκλειστα μάτια, κολλώντας τα ρουθούνια της πάνω στο στέρνο μου, γυρεύοντάς με πεινασμένη. (Βρε μανία: Κατά τον Fourier, τι είδους κερατάς να είν’ άραγε ο Αντρέας της;) «Σσσς! Ο αφεντικός κοιμάται πάνω!» τής κάνω. Και πήγαμε νυχοπατώντας στο κρεβάτι μου· παρέα με τα βερνίκια, με τις βούρτσες παρέα και τα πινέλα· μέσα στο φώς της μέρας. Δεν την είχα ξαναδεί ποτέ ανάμεσα σε τόσες ηλιαχτίδες. Και δεν κρυβόταν διόλου. Μ’ έβλεπε και λαχάνιαζε και δινόταν και φώναζε, και σηκωνόταν οι τρίχες τής κεφαλής των πινέλων. «Τζούφιο φιλί, χοντρό γαμήσι· δεν το ξέρεις;» τής γλιστράω μέσα στ’ αυτί. Και κόντεψε να πνιγεί έτσι· ξεκαρδισμένη χύνοντας σα φουσκωμένος χείμαρρος. Τεράστιο μισάωρο.

*

Κι εκεί που ψώνιζα καφέ, αργά το απόγεμα, λίγο πριν κλείσουν, κι είχα πληρώσει στο ταμείο· ξάφνου, έξω απ’ τη βιτρίνα, στο πεζοδρόμιο, με τη μύτη κολλημένη στο τζάμι, ένα πλάσμα απίστευτο, νεραϊδοπαρμένο, που κάπου το ’χα ξαναδεί· όχι στον ύπνο μου όμως. Απλά ντυμένη, κι ας μην ήταν απλή, μ’ ένα φαρδύ αραχνοΰφαντο τίποτα, κι ελάχιστα σανδάλια, που έδειχναν ακόμα πιο γυμνά τα γυμνά της πόδια με τους οξείς, πανέμορφους αστραγάλους. Λιγνή, νωχελικά θυμωμένη, μ’ έναν μαύρο σκύλο, γέρο, συφοριασμένο κι ένα βλέμμα· κάτι μάτια Θε μου, ένα βλέμμα… Έκανε να μπει μέσα, μα δεν το αποφάσιζε. Ρώτησε μόνο· μπορώ να μπω; Μην ενοχλήσει εμάς που ήμασταν μέσα, επειδή είχε μαζί της τον σκύλο. «Μα βέβαια· περάστε» είπαν μαζί ο κύριος στο ταμείο και μια γηραιά κυρία με μωβ μαλλί. «Βέβαια» είπα κι εγώ για να ’χουμε ομοφωνία, μιας και δεν ήταν άλλος μέσα, και πήρα βιαστικά το σακούλι με τον καφέ μου, κρύφτηκα πίσω απ’ τα μπισκότα και τις φρυγανιές, κρύφτηκα πίσω απ’ τα τσάγια, πίσω απ’ τους ξηρούς καρπούς και τα λουκούμια κι έφυγα τρέχοντας, νυχοπατώντας σαν κλέφτης· μην τύχει και συναντηθούν οι ματιές μας και γίνει πάλι κάνα κακό, στα καλά καθούμενα, χωρίς να φταίει κανένας.

*

Ήταν ήσυχα πάνω στο δώμα, μόνος· αγκαλιά μ’ όποιο φάντασμα ήθελα δίπλα μου. Δεν είχε πια διόλου φως όταν σωριάστηκα στις πλάκες τής ταράτσας, φάτσα στον Υμηττό, στο πουθενά, κάτω απ’ τ’ αστέρια. Κι έμεινα εκεί ώρα πολλή, απόλυτα ήρεμος, σβήνοντας σιγά-σιγά, φεύγοντας, με αραιή ανάσα, που σχεδόν δεν την ένιωθα πια ούτ’ εγώ. Ήσυχα: Σαν ένα μικρό κομμένο άχυρο. Μ’ όλες τις αισθήσεις στο ζενίθ και τη ζωή να φεύγει μόνη απ’ όλους τους πόρους. Σα να ’χα κόψει τις φλέβες κι έχανα αίμα. Ολότελα μόνος, μ’ όλα γύρω μου ενωμένος, γαλήνιος και τελείως απών. Θα μπορούσα να πεθάνω εκείνη τη στιγμή. Μοιάζει απλό: Καβαλάς το πεζούλι και πέφτεις. Ανοίγεις ήσυχα την πόρτα και φεύγεις. Σαν αεράκι που φυσά και στεγνώνει το πάτωμα πίσω απ’ τα πέλματά σου και δεν μένει τίποτε· ούτ’ ένα χνάρι. Ωραίο: Λίγο· μια στάλ’ ακόμα αν το ’θελα, θα το ’χα κάνει· έτοιμος ήμουν.

*

Κι ύστερα, μες στ’ άγρια μεσάνυχτα, ξαπλωμένος στο κρεβάτι, μόνος πάντα μαζί με τα γυμνά φαντάσματα, αντί ν’ αρχίσω να τρίβομαι μαζί τους, τραβήχτηκα μέσα μου· κι εντελώς απρόσμενα σαν κάτι να ένοιωσα που έκανε ένα πολύ δυνατό ‘κρακ’ μέσα στη σκέψη μου. Σα να έσπασε ένα μικρό, τοσοδούλι αβγουλάκι κι από μέσα να βγήκε έν’ απειροελάχιστο σάρκινο αδύναμο κάτι. Ένα τίποτα. Σαν κομμένο ακροδάχτυλο. Σαν μια σάρκινη μικρή δακτυλήθρα, που μόλις κατάφερε να σταθεί όρθια, έγειρε πάλι εκεί, δίπλα στα τσόφλια και πέθανε. Κοιτούσα μες στο σκοτάδι το τίποτα και πονούσε η ψυχή μου. Η σκέψη μου σταμάτησε κι όμως ένοιωθα πως κάτι είχε πεθάνει στ’ αλήθεια, τώρα, εκεί γύρω. Κι ύστερα, όταν πήρα πάλι μπρος, μ’ ένοιωσα να γυρεύω, μπουσουλώντας σα μωρό, προς την Kim. Κι έκλαιγα κι εγώ, μαζί με τη σκέψη μου. Πενθούσα ολόσωμα· πονώντας φριχτά όπου κι αν μ’ έπιανες. Και τα γυμνά φαντάσματα δίπλα μου έκαναν ακόμα πιο έντονη την αίσθηση τού χαμού και τού θανάτου, καθώς τριγυρνούσα συνειδητός κι ολοζώντανος στην άχαρη χώρα τού Χάρου κι έψαχνα μια στάλα ζωή -ζεστός νεκρός ακόμα- μέσα στην άψυχη αγκαλιά τους. Κι ύστερα -βντάνν!- ένα καινούργιο κάτι· σα χορδή κόντρα μπάσου που έσπασε. Και μια κοροϊδευτική φωνή· δική μου φωνή, που μού σφύριζε αδίσταχτα κατά πρόσωπο: ‘Ποια αγάπη ανόητε· τι βλάκας που είσαι! Μα τόσο βλάκας…’

*

Ναι· τόσο βλάκας! Μού πήρε δέκα χρόνια να το δω, κι άλλα τόσα να το γράψω.

Αθήνα 22 Ιανουαρίου 2020
© Αλέξανδρος Αδαμόπουλος
alexadam48@ hotmail.com

Αμμόχωστος

Share

η πόλη μου έχει μια ουλή
κάτω από το κεφαλαίο του ονόματός της
οι περισσότεροι βλέπουν το ΄Αλφα
χωμένο στην άμμο σαν θησαυρός
μα ένα πέλμα παιδιού
μπορεί να την αποκαλύψει
ένα κάστρο
χτίζεται ολοένα απ΄τα χέρια του
κι εκεί αφήνονται