Ενώπιος ενωπίω…

Share

Είναι, να παρ’ η ευχή, κάτι στιγμές σιωπής και μοναξιάς που νιώθω να με τυλίγει η απουσία. Κι όσο με τυλίγει και αισθάνομαι μόνος, τόσο βυθίζομαι στον εαυτό μου. Κι όσο βυθίζομαι τόσο θυμάμαι. Κι όσο θυμάμαι συλλογιέμαι. Δε γίνεται κι αλλιώς. Πόσο απέραντη, αλήθεια, είναι η μοναξιά του καθενός μας.

Continue Reading →

Καλή Ανάσταση!

Share

Πάσχα! Δηλαδή… πέρασμα, σύμφωνα με την εβραϊκή λέξη Πεσάχ.΄Ενα πέρασμα από το σκότος στο φως, από το θάνατο στη ζωή, από το Γολγοθά στην Ανάσταση. Πετιούνται κάθε τόσο «κρανίου τόποι» πολλοί στα βήματα του ανθρώπου. Και το γκρίζο τους πέφτει σαν νύχτα ασέληνη επάνω στη σταυρωμένη μέρα του. Μα εκείνος προσδοκά την αναστάσιμη διάβαση . Για τούτο και σφίγγει τα δόντια επάνω στο σταυρό για μια αποκαθήλωση που θα ενταφιάσει μονάχα το μένος των σταυρωτών του. Η καρδιά του σαν άγγελος λαμπροντυμένος θα πρέπει να δώσει το μήνυμα στις μυροφόρες ελπίδες. Πως δεν υπάρχουν πλέον ραπίσματα και ύβρεις. Μονάχα ειρήνη και δικαίωση. Κάθε χρονιά η προσδοκία ντύνεται το κόκκινο της παπαρούνας, την ευωδιά της αναγέννησης . Παίρνει το τρεμάμενο κερί της και ψάχνει για το ανέσπερο φως μιας Ανάστασης. Θάνατοι γύρω μας πολλοί.

Continue Reading →

Σαν τον Μεγαλέξανδρο

Share

Ο Σταύρος έριξε μια στενοχωρημένη ματιά στην παραλία. Το Μπράιτον είχε άμμο κι όχι βότσαλα όπως το Δερβένι, και η μοναδική καφετέρια που υπήρχε εκεί γύρω είχε κλείσει εδώ και ώρες. Όσο για κόσμο, ήταν άδεια εκτός από μια οικογένεια Μουσουλμάνων που είχε ξεμείνει απ’ το απογευματινό τους μπάνιο.

Continue Reading →

Γεννήθηκε μια θλίψη

Share

Αυτός δεν είναι ο φιλάνθρωπος που νόμιζε τόσο καιρό πείθοντας τον εαυτό του με μπούρδες , αλλά ο στυγνός επιχειρηματίας , αυτός που εκμεταλλευόταν ότι πολύτιμο μπορούσε να προσφέρει η γη τους, αυτός που τους είχε καταδικάσει στην φτώχεια την πείνα και την απελπισία, αυτός που τους πουλούσε τα όπλα για να σκοτώνουν ο ένας τον άλλο βουτηγμένοι στην παράνοια ενός κόσμου που δεν αρμόζει στον άνθρωπο.

Continue Reading →

Ο Γερο-ποιητής

Share

Καθισμένη στο στρογγυλό κούτσουρο που χρησιμοποιεί για καρέκλα, ακουμπισμένο στα λίγα στραβωμένα από την αλμύρα των θυσάνων σανίδια, του κατ επίφαση μπαλκονιού της μικρής ξύλινης παράγκας, η γέρικη μορφή μοιάζει βγαλμένη από παραμύθι.

Με την κάτασπρη μακριά γενειάδα να ανεμίζει σαν μεταξωτό μαντήλι, γύρο από το λαξεμένο από τον χρόνο πρόσωπο του, υπό το ρυθμικό ήχο των κυμάτων και αυτό του μελωδικού σφυρίγματος του ανέμου, ο γέρο ποιητής είναι χαμένος στον ορίζοντα, που φιλοξενεί τον κατακλυσμιαίο πορφυρό ήλιο, της τελευταίας πράξης της μέρας , βυθισμένος σε έναν κόσμο γεμάτο χρώματα και αλήθειες.
Στον κόσμο του.

Continue Reading →

Άπικο (Apiko)

Share

«Μα, όλους τους λένε έτσι, κυρ Παναγιώτη..;» αντέδρασε η κυρά Μαρίτσα που κι αυτή είχε συγγενείς τ’ αντρός της στη Μελβούρνη αλλά τέτοιο πράμα δεν είχε ξανακούσει.

Ο παππούς μου την κοίταξε αυστηρά και το μάτι του έπαιξε. Δεν του άρεσε να τον αμφισβητούν, πολύ περισσότερο όταν επρόκειτο για γυναίκα. Άγγιξε με τ’ ακροδάχτυλα το κίτρινο τζόκεϊ του κι έγειρε το σώμα μπροστά.

Continue Reading →

Ο γέρο–ποιητής

Share

Καθισμένη στο στρογγυλό κούτσουρο που χρησιμοποιεί για καρέκλα, ακουμπισμένο στα λίγα στραβωμένα από την αλμύρα των θυσάνων σανίδια, του κατ επίφαση μπαλκονιού της μικρής ξύλινης παράγκας, η γέρικη μορφή μοιάζει βγαλμένη από παραμύθι.

Με την κάτασπρη μακριά γενειάδα να ανεμίζει σαν μεταξωτό μαντήλι, γύρο από το λαξεμένο από τον χρόνο πρόσωπο του, υπό το ρυθμικό ήχο των κυμάτων και αυτό του μελωδικού σφυρίγματος του ανέμου, ο γέρο ποιητής είναι χαμένος στον ορίζοντα, που φιλοξενεί τον κατακλυσμιαίο πορφυρό ήλιο, της τελευταίας πράξης της μέρας, βυθισμένος σε έναν κόσμο γεμάτο χρώματα και αλήθειες.

Continue Reading →