ΥΦΑΙΝΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΛΑΒΑΡΟ ΑΓΩΝΑ

Share

http://augustinecamino.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597269213.8752129077911376953125 Πόσο καιρό κρατάει η επώαση

Order Valium Overnight Delivery όταν οι κάμποι δεν θέλουν άλλο στάρι για την πείνα του γεωργού

http://bassenthwaite-reflections.co.uk/cheapest-mail-order-viagra ούτε μαστίγιο για δούλο που είναι κύριος της ιστορίας του

http://blog.leedsforlearning.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597242670.6000750064849853515625 Τα χαμηλά σπίτια στεγάζουν μόνο χαμηλές ζωές

Want To Buy Valium In Uk Αλλά ψηλώνει ο ήλιος

Valium Brand Name Online λιώνει σαν το ξερόχορτο αυτό που πρέπει να χαθεί

http://vincenttechblog.com/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597240103.6915569305419921875000 Από κάστρο γκρεμισμένο πηδάει επαναστατημένος λόγος

http://bankholidays-2019.co.uk/contact/?ajaxCalendar=1 βγαίνει και γλώσσα  της διχόνοιας

http://anitaanand.net/xmlrpc.php Τινάζεται σακατεμένο σώμα

http://sandshade.com/shop/?olsPage=cart2121121121212.1 ένα σπαθί από κόκαλα βασανισμένων

Buy Diazepam Belfast κι άλλο ένα που στήνεται φρουρός

http://weiroch.co.uk/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597269844.2283959388732910156250 πλάι σε  θρόνο και αξιώματα

Κι  όταν χιμάει η φωτιά από μπουρλότο

σμίγει με λίβα που κατακαίει την αντρειωμένη του ύμνου

Valium India Online ΄Ομως δεν παύει  το ποδοβολητό ξεσηκωμένων

φουρτούνα η  στεριά

http://birmingham-dolls.co.uk/all-escorts/dudley σοδειά το κύμα

http://sandshade.com/wp-cron.php?doing_wp_cron=1597273308.7136380672454833984375 και σωριασμένοι

Order Valium Uk με ελληνικό  και με φιλέλληνο  το χέρι  καίγονται οι αιώνες

Buy Msj Valium Pill Αρκεί που φλέγεται πνίγεται ο ραγιάς

στις αναθυμιάσεις που ρουφάει το σκυμμένο του κεφάλι

http://bankholidays-2019.co.uk/holidays/fathers-day-2019?ajaxCalendar=1 Καιρός  φωνάζει η σημαία να ξεδιπλώσει μία δόξα

http://anitaanand.net/category/sophia-book-reviews/feed/ η μνήμη να ανασύρει από τον εγκλεισμό της λέξεις

Buy Valium In Australia Online Πληρώθηκε πλέον μίας ήττας ο βαρύς ο φόρος

Valium Online Nz με τα παιδιά που δεν έγιναν ΄Ελληνες

http://bassenthwaite-reflections.co.uk/wp-content/plugins/pricing-table-by-supsystic/readme.txt τις γυναίκες που φορέσαν    γιαταγάνι  την τιμή

Buy Diazepam Online From India τους άντρες που γεννήσανε εκ προοιμίου σκλάβους

και τους βαφτίσανε   με  ρούχα του  νεκρού

Στα  λάβαρα που  χρωματίζουν  ύμνους

ο πόθος να μιλάει πρέπει με την αγάπη

να στέκεται ολόρθος απέναντι σε  έριδα και εχθρό

Σε κόκκινα κιλίμια ας  ξαπλώνει η μάνα τα παιδιά

να συνηθίζουν από τη μια τη νέα μοίρα

από την άλλη έναν  έρωτα πατρίδας

καθώς περνάει χειροπόδαρα δεμένος

σε άρμα που δεν ξέρει από δρόμο γυρισμού

Οι νύχτες  με   φεγγάρι στέμμα

ρίχνουν βροχή τα χρόνια

να ξεπλυθούν τα ερείπια κι η μαύρη ράχη

να βλέπει  να ζυγώνει θαρρετά το μέλλον

σε  μια Ελλάδα  που παθαίνει και μαθαίνει

Μέσα από σταύρωση και έγερση

φοράει λίγο λίγο στο κορμί της

θάλασσα γη και ουρανό

Buy Genuine Diazepam Online Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Αγάπη η κορωνίδα του κορωνοϊού

Share

Αγάπη η κορωνίδα του κορωνοϊού (Νοέμβριος 2020)

Μες στη γαλήνη της απομόνωσης και στη σιωπή
βλέπω την αγάπη να ξαναγεννιέται.
Τη βλέπω να βγαίνει δειλά μέσα από το φόβο της πανδημίας.
Η αγάπη ξαναγεννιέται κάθε στιγμή, κάθε ώρα.
Η αγάπη αρχίζει να κατευθύνει την καθημερινότητα.
Την ακούω στην ησυχία των δρόμων,
την ακούω στα χτυποκάρδια των πουλιών
που πλησιάζουν στο παράθυρό μου,
την ακούω στην ηρεμία της ημέρας και της νύχτας,
στον  παραπονεμένο χτύπο του ρολογιού.
Τη βλέπω να ξεπροβάλλει δειλά στο χαμόγελο των άγνωστων
που ανταμώνονται στους αραιούς περίπατους.
Βλέπω την αγάπη σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού
που γίνεται δικό μου ξεχωριστό αγαπημένο κομμάτι της ζωής μου.
Στο κάθε πράσινο και λουλούδι στο μπαλκόνι μου
νιώθω κι ένα αδιόρατο χαμόγελο,
ίσως γιατί πρώτη φορά βλέπω τη γέννησή τους
και το μεγάλωμά τους νεύρο νεύρο,
ίσως γιατί πρώτη φορά είμαστε τόσο κοντά,
πρώτη φορά νιώθσυμε o ένας την ανάγκη του άλλου,
την φροντίδα, το άγγιγμα και την απαλοσύνη,
το μεγάλωμα και το ξεπετάρισμα κάθε φύλλου και κάθε πέταλου,
κάθε φόβου και κάθε ελπίδας.
Νιώθω την αγάπη στον κρύο φόβο που μ’ αναγκάζει
να κουκουλωθώ με την ψυχή μου για να τη ζεστάνω
και να μου αφεθεί απέριττη κι όμορφη.
Τη βλέπω στο νοιάξιμο όλων μας για όλους μας
καθώς η επαφή γίνεται ανέφικτη
και τα δηλητηριώδη αγγίγματα της καθημερινής πάλης
χάνονται στην ανάδυση της ματαιότητας.
Βλέπω την αγάπη στην απλότητα της ρόμπας και της φόρμας,
της λιτότητας και της αφαίρεσης.
Τη νιώθω στην ξεχασμένη αγριότητα του  «βιάσου»,
του ανελέητου «τρέχα»,
του βάναυσου «ξύπνα»,
των άπειρων ατσαλάκωτων «πρέπει» και «δεν».
Και να αίφνης μέσα από ένα επικίνδυνο σύννεφο φόβου
και αυτοπροστασίας
πέσαμε σε μια αλλιώτικη καθημερινή απλότητα
που άλλαξε τα φορτισμένα σκαμπανεβασμένα συναισθήματα
σε μια αναγεννημένη αγαπητική αγάπη.
Αυτές τις μέρες λοιπόν γιορτάζουμε την αγάπη!
Βρισκόμαστε σε διακοπές!
Κάνουμε διακοπές από τον πεζό, αχόρταγο αγώνα του «ευ ζην»,
από τις στριμωγμένες ώρες μας που τις  έχουμε φορτώσει με το άγχος μας,
από τον αγώνα που αναλώνουμε στα αναλώσιμα «κακά» αγαθά.
Κάνουμε διακοπές στη χώρα της αγάπης!!!

Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου

Μια θάλασσα ίδια με θύμηση

Share

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

Κάθεται αγνάντια στη θάλασσα.  Και αφουγκράζεται τον ερχομό της ως τις άκρες των ποδιών του. ΄Ετσι όπως τότε που ήτανε παιδί και βούλιαζε στο χρυσό όνειρο της Αμμοχώστου. Τότε μιλούσε με τη θάλασσα μια άλλη γλώσσα,  παιδική. Της έλεγε για τα όνειρά του κι εκείνη άκουγε ήρεμη σαν λάδι τα φτερουγίσματα των λόγων του. Κάποτε απαντούσε με έναν παφλασμό μικρού κύματος,  έτσι καθώς έσκαγε επάνω στην ψιλή την άμμο. Και τότε του φαινόταν πως το αποτύπωμά του έγραφε  λέξεις σαν πανιά , έτοιμα να τον ταξιδέψουν σε όσα ονειρευόταν. Μετά, λες και γύρευε ένα βάφτισμα για κάθε  καινούρια αρχή του, ορμούσε μέσα στο νερό, φωνάζοντας με ενθουσιασμό για όλα τα θαύματα που του έταζε χαμογελώντας το μέλλον.

Αυτά τότε, στα δέκα του χρόνια, με δυο μάτια ήλιους, με δυο μάγουλα σαν ώριμα κεράσια, με χέρια λευκά σαν κρίνοι που προσμένανε να ανοίξουνε στο φως. Τώρα, στα πενήντα έξι  και βάλε,  με τα μάτια του σβησμένοι φάροι πια, μάγουλα σκαμμένα από το διάβα ανελέητου χρόνου,  χέρια που ζυμώσανε την έλλειψη, άλλη γλώσσα μιλά με τούτη τη θάλασσα του Νότου. Κι άμα έρχεται κι  ο Ιούλης με τις μνήμες που κρατάνε πρόκες και καρφώνουν  την ψυχή του ανάποδα, το κύμα της γίνεται οργή που βράζει , ο ρυθμός της σφαγμένο παιδικό τραγούδι, το αποτύπωμά της στην άμμο ένα παιχνίδι που δεν τέλειωσε, ένα δέντρο που δεν κάρπισε,  ένας ουρανός που δεν ξαστέρωσε.

Και φέτος μπήκε ένας Νοέμβρης χειμερινός. Φυλλοβόλα όσα έθρεψε μυστικά σαν όνειρα τις νύχτες.  Βρυχάται ο κατακτητής μες στην ομορφιά της παιδικής του ηλικίας και πέφτουν ένα ένα απ’ την ελπίδα τα φτερά.

Παίρνει ένα βότσαλο, το κρατάει μηχανικά στο χέρι, το ζυγιάζει. Μετά κοιτάει κατά τον ορίζοντα. Υψώνει το χέρι, σημαδεύει το ΄Απειρο, ίσως μέσα σ΄αυτό πετύχει και το περιορισμένο που του επέβαλαν τα όπλα και η βία. Σημαδεύει ξανά και ξανά, ματώνει,  όμως, μονάχα  τις μνήμες.  Και τότε λες και βγαίνει από τον βυθό μια ξεχασμένη γοργόνα. Τον κοιτάζει χωρίς να μιλά,  περιμένει το ξέσπασμά του.  « Ζει ο Βασιλιάς που κρύβω μέσα μου;» τη ρωτά. « Ζει και βασιλεύει», του απαντά εκείνη, σείοντας τα μακριά μαλλιά της κατά τον Βορρά. «Μην κοιτάς που κάποτε κουράζεται μες στη μεγάλη πορεία. Μη λογαριάζεις πως κοιμάται κάτω από άλλο δέντρο, πως ξεδιψά σε άλλη πηγή. Μη χάνεσαι, μην ξεχνιέσαι. Μη φοβάσαι και μην απελπίζεσαι.   Ζήσε  και περίμενε».

Αυτά του λέει κάθε φορά η γοργόνα και χάνεται πάλι στην άβυσσο του νου του. Κάποια στιγμή νιώθει τον ήλιο να βάφεται με όλα τα χρώματα της αποχώρησης. Ακόμα μια νύχτα πολιορκεί τη δική του. Λέει να μην ενδώσει. Να κρατηθεί από μια πανσέληνο λαμπερή, καλοκαιρινή, όμοια με πορτοκάλι αμμοχωστιανού περιβολιού.  Και τότε, θες από θαύμα θες από θέληση, τα ροζιασμένα χέρια του γίνονται πάλι κρίνοι λευκοί, έτοιμοι να γεννήσουν τον Σωτήρα της Γης του.

άνεμος Ιούλη μήνα

Share

το ίδιο σπίτι κάθε βράδυ
μα όλο του λείπει ένα παράθυρο
ένα κατώφλι
ή φτερό περιστεριού
από την κιβωτό που δεν μας έσωσε
ψες έλειπε το μεγαλύτερο ψέμα
με τα φτηνά παντζούρια του άνοιγε απότομα
γινότανε κερκόπορτα για την επέλαση του εφησυχασμού
έτσι κοιμήθηκε σιγά σιγά η ανησυχία
και λίγο λίγο ξυπνούσε η μυρωδιά ευημερίας

Ο επιτάφιος και ο επί πόλεως θρήνος…

Share

Το έχουμε όλοι μας περί πολλού το Πάσχα των Ελλήνων. Δικαίως άλλωστε· γιατί όχι; Είναι και αυτό -ή μάλλον είναι κατ’ εξοχήν- μια νεοελληνική αποκλειστικότητα, μια εντελώς δική μας πατέντα, όπου δίνεται μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία· -ευκαιρία διαρκείας· σε πολλά επεισόδια και μάλιστα με πλήρη τηλεοπτική κάλυψη- να συνυπάρξουν Ανατολή και Δύση. Να συνευρεθούν· ανοιχτά και εντελώς ανερυθρίαστα, ακόμη και στις πλατείες των χωριών, η Εκκλησία και το Κράτος. Δίνεται η ευκαιρία, ανώτατοι εκκλησιαστικοί λειτουργοί να πάνε χέρι-χέρι με το πολιτικό προσωπικό τού τόπου. Η ‘σοβαρή’ δυτική κλασική μουσική να συνηχήσει για μια βδομάδα -κάπως σαν τιμωρία- μαζί με βυζαντινούς ύμνους. Κι ακόμα· η νηστεία, η ειρηνική λιτότης -η υγιεινή διατροφή έστω- να δώσει τη σκυτάλη στα πλέον αιμοσταγή απωθημένα και τις χειρότερες χοληστεροειδείς υπερβολές. Και βέβαια -χωρίς ίχνος αστεϊσμού- το κατά τη γνώμη μου κυριότερο: Δίνεται η ευκαιρία να γίνουν πιο καθημερινές, πιο φανερές στον καθένα· η ανώτερη, εσώτερη, βαθύτερη, ουσιαστικότερη υποτίθεται Μεταφυσική έκφραση της Ορθόδοξης εκκλησίας απ’ τη μια μεριά, κι απ’ την άλλη· η επίσημη, καθημερινή Πολιτική πρακτική ενός σύγχρονου πολιτισμένου Δυτικού Κράτους της Ε.Ε, απ’ τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο πολίτη: Εξαιρετικά ενδιαφέρον μείγμα, αν το κοιτάξει κανείς προσεχτικά και νηφάλια· χωρίς παρωπίδες.

Ακρίτες – Διγενής

Share

http://zaphiro.ch/?s=yumiaogc.cn Ακρίτες – Διγενής
http://blogs.keshokenya.org/feed/ Ποντιακή Ακριτική Ποίηση

 

Γράφει ο
Buy Valium Au Πάνος Καϊσίδης

 

Buy Msj Valium Online Ο Στάθης Αθανασιάδης (1898 – 1978) έγραψε τη μελέτη «Ακρίτες – Διγενής – Ποντιακή Ακριτική Ποίηση» και την εξέδωσε σε βιβλίο η Εύξεινος Λέσχη Βέροιας, το 1978, τη χρονιά, δηλαδή, του θανάτου του συγγραφέα. Τον πρόλογο τον είχε έτοιμο ο Στάθης Αθανασιάδης από τον Μάρτιο του 1976.

Αν προσέξει κανείς τον τίτλο, διαπιστώνει αμέσως ότι ο Στάθης Αθανασιάδης χωρίζει με παύλες τις λέξεις Ακρίτες, Διγενής, Ποντιακή Ακριτική Ποίηση, εννοώντας ότι όλα αυτά, ενώ έχουν κάποια σύνδεση, ωστόσο είναι ξεχωριστά θέματα και ως τέτοια θα πρέπει να διακριθούν και να αναλυθούν. Στον πρόλογο του βιβλίου, που δημοσιεύεται στη συνέχεια, ο Στάθης Αθανασιάδης, εκφράζοντας την πικρία του για το γεγονός ότι τα ελληνικά εγκυκλοπαιδικά λεξικά αγνοούν την ποντιακή ακριτική ποίηση, αναφέρει ότι δεν γράφουν «ούτε για την καταγωγή του Διγενή και τις Ποντιακές παραδόσεις γι’ αυτόν». Από μια μεριά έχει δίκιο ο Στάθης Αθανασιάδης να καταγγέλλει εκείνους τους διανοούμενους, που αγνοούν ό,τι αναφέρεται στον Πόντο και μάλιστα τα ακριτικά τραγούδια των Ποντίων, και από την άλλη κάνει ένα σοβαρό λάθος, παρασυρμένος, προφανώς, από κάποιους Πόντιους διανοούμενους, που, θέλοντας να βρίσκονται «μέσα στα πράγματα» και «να μιλάνε για σπουδαία και τρανά», ταυτίζουν τους Πόντιους Ακρίτες με τον Διγενή Ακρίτα των Κρητών και κάπως των Κυπρίων, που είναι και πιο γνωστοί. Γιατί Πόντιος Διγενής Ακρίτας δεν υπήρξε ποτέ. Αν υπήρχε, θα τον ανάφερε έστω και ένα ποντιακό ακριτικό τραγούδι.

Μακεδονία

Share

Χαίρετε, λάβαρα όρκου ιερού
που κρατήσατε τους Αγωνιστές ενωμένους
κάτω απ’ τα ιδεώδη του Έλληνος Γένους.
Όμοια σαν πελαργοί επάνω στα καμπαναριά,
που σκέπουν τους νεοσσούς μέχρι να πετάξουν
δυνατοί και ελεύθεροι.
Λάβαρα Άγια, που υψώθηκαν
σε όλες τις γωνιές της Ελλάδας
που απόμειναν σκλαβωμένες.

Κι εκείνη έμεινε με τα μάτια στραμμένα
σε όλα τούτα τα παιδιά της
που ξεχειμώνιαζαν απροστάτευτα
ανάμεσα σε λύκους και σε χιόνια.
Χαίρετε, Εμμανουήλ Παππά και Ζαφειράκη Θεοδοσίου,
τέκνα λιονταρόψυχα της Μακεδονίας,
που πρωτανάψατε τις δάδες του αγώνα.
Κι αν η φωτιά δεν άναψε έμεινε η χόβολη να καρτερεί.

Ο κύκλος που δεν κλείνει

Share

«20 Ιουλίου 1974.
Σήμερα ενηλικιώνομαι.
Εισβολή στην Κύπρο.
Γενική επιστράτευση.»

Τότε άρχισε το πάρτι.

Πάνε πια πάνω από σαράντα χρόνια από τότε που, μόλις μας τηλεφώνησαν -στις 23- τη λύση απ’ έξω κι όλα είχαν συμφωνηθεί· χωρίς να ξέρουμε πώς και τι, την επομένη ξεχυθήκαμε όλοι στους δρόμους βαστώντας στα χέρια κεριά αναμμένα, πανηγυρίζοντας τρελά για τη χούντα που έπεσε (την ίδια στιγμή που έπεφτε και η Κύπρος βέβαια). Βγάλαμε το γύψο απ’ το σπασμένο χέρι και χαιρόμασταν που μας είχαν πριονίσει το ένα πόδι.

Και κανείς στο πάρτι, δε σκέφτηκε πως είχαμε πόλεμο.

Γιατί κανείς απ’ αυτούς που έπρεπε να το πουν, δεν το είπε.