Australia

Ταξίδι το Φθινόπωρο

Share

Δεν έμεινε ικανοποιημένη, τίποτα δεν της άρεσε, ούτε τα μαλλιά της που όντας σγουρά, μακριά και ατίθασα πάντα, σήμερα πάρα ήταν κι ας τα έλουσε και χτένισε με ιδιαίτερη προσοχή, ούτε το μπλουζάκι με το στενό παντελόνι που κολάκευαν τη λεπτή, ψηλή κορμοστασιά της ούτε τίποτα. Μπα δεν μπορούσε να βγει έτσι. Τα πέταξε πάνω στο κρεβάτι, έβαλε μια φούστα μαύρη στενή, μαύρο τιραντιδέ μπλουζάκι, μαύρο μπολερό κόκκινα ψηλοτάκουνα παπούτσια λεπτά σκουλαρίκια και δαχτυλίδι κόκκινα, λίγο κοκκινάδι στα χείλη μολονότι δεν το συνήθιζε, αλλά ήταν πολύ χλωμή σήμερα, κοιτάχτηκε ικανοποιημένη στον καθρέφτη, κλείδωσε κι έφυγε.

Δέκα

Share

Από τότε που, για ν’ αντιδράσω κάπως θετικά σ’ όλο αυτό το περίπου, άρχισα να καταπιάνομαι επιτέλους με τη χαμηλή βιβλιοθήκη κάτω απ’ το παράθυρο· λες κι όλα τ’ άστρα μαζί μ’ έβαλαν στο μάτι: Το πρώτο κιόλας βράδυ που έφυγε η Kim, ήρθ’ εδώ η Λένα, φορτωμένη μ’ όλου του κόσμου τα καλά και μια πρωινή τσιπούρα πελαγίσια· να την ψήσουμε στα κάρβουνα. Κι όταν με βλέπει φωτίζεται το πρόσωπό της. Με ρωτά, με φιλά και μ’ αγγίζει σα να ’μαι εικόνισμα Κι εγώ νοιώθω άσχημα· σα να μού ψήνει το ψάρι στα χείλη, γιατί δεν μπορώ να τής δώσω τίποτ’ απ’ όσα θέλει· κι ας κάνει τάματα, μετάνοιες και γονυκλισίες.

Η Μύτη

Share

Ήτανε κάποτε ένα κουνέλι αγριοκούνελο· όμορφο κι έξυπνο και δυνατό πολύ. Είχε κάτι μάτια σα δαφνόκουκα πλυμένα στη βροχή κι είχε δρασκελιές μαζί σαν εκατό ακρίδες· δυο φορές σαν όλα τ’ άλλα. Ήταν όμορφο σα μαχαιριά κι έξυπνο σαν το νερό που κυλάει. Όλα τ’ άλλα τα κουνέλια μια το ’θέλανε για λίγο, μια το ζήλευαν πολύ, και τα κοριτσοκούνελα που το ’θελαν πολύ για λίγο, φοβόντουσαν να το πλησιάσουν έτσι που έδειχνε περήφανο κι έξυπνο και δυνατό κι ωραίο.

H Monique

Share

«Όχι». Ένα ξερό όχι. Πώς όχι; Δεν μπορεί· δεν θα κατάλαβε: Μια βδομάδα τώρα, τού εξηγούσε τού πατέρα του για μια τεράστια επενδυτική ευκαιρία, στο κέντρο της Λωζάννης, με αστείους όρους -πληρωτέα με λίρες Αιγύπτου, στο Κάιρο· αν είναι δυνατόν!- κι ο γέρος απ’ το γραφείο του τηλεγραφεί «Όχι». Ξαναστέλνει μήνυμα: «Όχι» πάλι. Στέλνει αμέσως κι άλλο: «Γιατί;» «Διότι θα λησμονήσεις την φιλτάτην Σάμον»… Ε άει σιχτίρ! Όχι ρε γαμώ το! Εδώ θα μπορούσε να χτίσει, μέσα στην Avenue d’ Ouchy, ολόκληρη πολυκατοικία με το τίποτα, κι ο άλλος να τού λέει αρλούμπες. Ε όχι! Πολύ φουρκίστηκε. Πήγε αμέσως να κλείσει εισιτήριο, να κατέβει αύριο κιόλας στην Αλεξάνδρεια, μα τον σταμάτησε η μάνα του: «Αφού τον ξέρεις τον πατέρα σου· αν τού κολλήσει μια ιδέα, πάει τέλειωσε, αυτό είναι».

Koukla

Η κούκλα

Share

Οι οδηγίες τού Πλοιάρχου ήταν σαφείς: Μέσα σε τρεις μήνες· το αργότερο αρχές Δεκεμβρίου, έπρεπε να ’χει τελειώσει ο έλεγχος στο Τμήμα Νοσηλίων: Κανένα ρέστο και μηδενική ανοχή πάνω σ’ αυτό. Η θέση χήρευε κάνα χρόνο και τώρα· μόλις ανέλαβα, έπρεπε να βγάλω εγώ το φίδι απ’ την τρύπα και σε τρεις μήνες να ελέγξουμε δαπάνες νοσηλίων δεκατριών μηνών. Βέβαια, η μετάθεσή μου εκεί, ήταν πολύ καλή γιατί είχα αποφύγει να πάω σε κάποιο πλοίο, και με είχαν στείλει κατ’ ευθείαν στο Αρχηγείο, όπου υποτίθεται θα πέρναγα καλά, όλη την υπόλοιπη θητεία μου ως Επίκουρος Σημαιοφόρος: Προϊστάμενος λέει στο Τμήμα Ελέγχου Νοσηλίων. Μαζί με την παλιά καραβάνα την κυρία Βασιλείου, λίγο πριν βγει στη σύνταξη, τον Χρίστο τον ναύτη, που όμως δε μέτραγε· αφού δεν έκανε δουλειά γραφείου, μα ουσιαστικά ήταν ορντινάντσα του Πλοιάρχου, και την αφελή νεαρή Ελένη· νιόπαντρη μαμά μιας τρίχρονης κόρης, που έπρεπε ντε και καλά να μαθαίνουμε όλοι τι σκανταλιά έκανε και τι καινούργιο είπε χθες. 

Ο κύκλος που δεν κλείνει

Share

Τότε άρχισε το πάρτι.
Πάνε πια πάνω από σαράντα χρόνια από τότε που, μόλις μας τηλεφώνησαν -στις 23- τη λύση απ’ έξω κι όλα είχαν συμφωνηθεί· χωρίς να ξέρουμε πώς και τι, την επομένη ξεχυθήκαμε όλοι στους δρόμους βαστώντας στα χέρια κεριά αναμμένα, πανηγυρίζοντας τρελά για τη χούντα που έπεσε (την ίδια στιγμή που έπεφτε και η Κύπρος βέβαια). Βγάλαμε το γύψο απ’ το σπασμένο χέρι και χαιρόμασταν που μας είχαν πριονίσει το ένα πόδι.
Και κανείς στο πάρτι, δε σκέφτηκε πως είχαμε πόλεμο.
Γιατί κανείς απ’ αυτούς που έπρεπε να το πουν, δεν το είπε.

ΟΓΑ

Share

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, θυμάμαι και το υπουργικό αυτοκίνητο παρκαρισμένο έξω απ’ το σπίτι μας και τον Σταύρο τον οδηγό, μ’ ένα τεράστιο πουπουλένιο καθαριστήρι, να το ξεσκονίζει και να το γυαλίζει για να ’ναι πάντα στην τρίχα, όταν θα μπει μέσα ο Υπουργός. Δεν θυμάμαι όμως ποτέ να μπαίνει κανείς άλλος ή να βγαίνει απ’ αυτό το αυτοκίνητο, εκτός απ’ τον θείο Κωνσταντίνο· και μάλιστα μόνο για να πάει στο Υπουργείο, πουθενά αλλού. Ακόμα και το καλοκαίρι που πηγαίναμε διακοπές, στο πατρικό· στο σπίτι του Υπουργού, με το τραίνο πηγαίναμε· δεν μας είχε πάει ποτέ ο Σταύρος.

Pagotό

Share

Στην Κίμωλο είπανε; στη Φολέγανδρο· δεν θυμάμαι, θα σε γελάσω. Ήτανε πάντως καμιά εικοσαριά χρόνια πριν· τότε που σταματήσαν οι πολλές δραχμές· κι ένα ματσάκι άνηθος κόστιζ’ ένα ευρώ και μας φαινόταν τζάμπα. Τότε, ο Παναγιώτης ο ψαράς, νοίκιασε για όλο τον Αύγουστο το σπίτι του σ’ ένα μεγαλομόδιστρο απ’ το Παρίσι. Ο μεσιέ Μάρτιν τάδε. Ο κυρ-Μάρτιν· καμιά σαρανταπενταριά, ίσως και λίγο πάρα πάνω. Ψηλούτσικος, κοντά μαλλιά, λιγνός πετσί και κόκκαλο, μ’ ένα κινητό συνέχεια κολλημένο στο αυτί του. Ήθελε ηρεμία· κανείς να μην τον ενοχλεί, τίποτα να μη βλέπει, να μην ακούει τίποτα. Μόνο αυτός να μιλάει απ’ το κινητό του. Και με το αμόρε του: Έναν ίδιον μ’ αυτόν πάνω κάτω· μόνο λίγο πιο σκούρο. Μαροκινός. Εντάξει. Ο.Κ no problem: Ησυχία, ηρεμία!