Ο Ελληνισμός και ο Μέγας Αλέξανδρος

Share


(Παρελθόν – Παρόν και Μέλλον)  ΔΙΗΓΗΜΑ

-Έλα κοντά μου, αγόρι μου… Τράβα και τη καρέκλα σου κοντά μου να μου κάνεις λίγη παρέα, είπε ο ασπρομάλλης λεβεντόγερος που, όπως τον χτυπούσε το απογευματινό φως έμοιαζε με εξαϋλωμένο άγιο.  -Ήρθα πιο νωρίς, παππού, μα είχες κλειστά τα μάτια σου…


-Ο ήλιος, παιδί μου, ο ήλιος. Εσένα σου δίνει ενέργεια κι εμένα με ναρκώνει. Τι βιβλία και τετράδια κουβαλάς; Διακοπές έχεις, ξεκουράσου για λίγο. Κι είπα στο γιο μου να μη μείνουν μ’ ένα παιδί, τα παιδιά θέλουν αδέλφια κι η πατρίδα λεβέντες. Μπορεί να μαλώνουν, να διαφωνούν όμως στην πραγματικότητα θα αγαπιούνται. Άλλωστε, αυτή είναι η συνέχειά μας σαν φυλή, σαν Μακεδόνες. Η φωνή του χαμηλή, τρεμάμενη. Για λέγε μου: Tί σοβαρό έχεις πάλι για σήμερα;

A picture like you

Share

You’re a silent picture of profound green
offered to a man sublime
instantly adorned in the nick of time

by the morning dew…

But this silent picture of profound blue
thoughts that pitched to a last goodbye
leaving loose all threads in a mystic vie

to a lucky few…

Whilst this silent picture of profound red
a remarkable detachment
in the tenet pure attachment

lives anew…

Oh my silent picture of profound white
coming constantly aberrant and fragile
as eliciting a smile

all from me to you…

(c) Iakovos Garivaldis

  Copyright secured by Digiprove © 2010

Ελελέυ, Ελελέυ!

Share

Σαν ταξιδιώτες μιας ενδόμυχης ανάγκης
Και σαν αδάμαστοι του Οδυσσέα γόνοι
Ψάχναμε συμφιλίωση με τη θεά Κίρκη
Σε κάποια χώρα να μας δεχτεί συντροφιαστά
Ν’ αποδημήσουμε.

Σαν ταξιδιώτες υπερπόντιας εκστρατείας
Με Θουκυδίδη και Καβάφη παραμάσχαλα
Απ’ την Ιθάκη μας κινήσαμε να φύγουμε,
Κι εκεί που φτάσαμε μας οδηγούσε πεθυμιά
Τόσο παμπάλαια.

Το πώς θα ζήσουμε δεν φοβηθήκαμε
Στο ενσυνείδητο κατάρτι της φυγής δεμένοι
Η κάθ’ ελπίδα χαραγμένο όνειρο των Σάρδεων
Να καίει αδιάκοπα όπως προφήτεψαν Βραγχίδες
Τον πόθο μες στα μάτια μας.

Σήμερα λάγνοι ταξιδιώτες με προνόμια,
Σε  θάλασσες αράξαμε που γέμισαν με πλοία,
Κι οι Πέρσες φάνηκαν μιλιούνια στον ορίζοντα
Αναζητώντας από μας την ‘γην και ύδωρ’.
Τώρα τι κάνουμε;

Ποιο άμοιρο συμπόσιο πλέον θα μας χορτάσει
Για να ορμήσουμε ακάθεκτοι επάνω στους βαρβάρους;
Οι αλαλαγμοί πού θ’ ακουστούν της μάχης
Μιας μάχης άνισης: Ελελέυ, Ελελέυ !
Τώρα θα μας σκεπάσουν;

Άραγε κείνη τη δίψα μας κορέσαμε
Των χρυσοφόρων Μήδων τη δύναμη π’ αναζητήσαμε;
Πίνοντας στην πηγή της Κασσοτίδος να διαπρέψουμε
Μήπως μόνο μια αλλαγή στο όνομα κερδίσαμε
Γραμμένο με χρυσά σ’ ένα κιβούρι;

(από τη συλλογή “Μεμπτή Αληγορία” – (c) Ιάκωβος Γαριβάλδης)

στίχοι ποι αφαιρέθηκαν

Ελλήνων προμαχούντες, μη γενναίοι
Ορμές στιγνής κι ακαταμάχητης βιασύνης
Πέρ’ από ρήτρα μιας ασώματης ανάγκης
Εκεί που φτάσαμε μπουνάτσες πια δεν βρήκαμε
Και οι σειρήνες ας ακούγονται γλυκές

Copyright secured by Digiprove © 2010

Η Παρέα

Share

Τη μοναξιά την έπιασα παρέα
μιλήσαμε για τα παλιά και τα ωραία
για τη ζωή που πολεμάμε και
για τους σταυρούς που κουβαλάμε

Της χάιδεψα λιγάκι τα μαλλιά
κι αυτή με κοίταξε με μάτια λαμπερά
με τράβηξε απ’ το χέρι ..
“μείνε κοντά μου εσύ, κανένας δεν με θέλει”

Σε ύψη ανεβήκαμε αντάμα
σε τόπους που για χρόνια έκανα τάμα
μαζί τραβήξαμε χωρίς μιλιά
επάνω στο χαρτί μια πινελιά

Μαζί διαβήκαμε τ’ ονείρου τη σπηλιά
για να μας πάει σε πελάγη μακρυνά
“έλα παρέα έλα…..
γέλα γλυκειά μου, γέλα…”

Τη μοναξιά την πότισα το νέκταρ των Θεών
γουλιά, γουλιά και ύμνο στο Δημιουργό
και στου Νταλάρα το ρεμπέτικο
ρίξαμε και δυό στροφές απο ζεϊμπέκικο!

Χορός

Share

Τα όνειρα στήσανε τρελλό χορό
στο ξεραμένο περιβόλι
κι οι πεταλούδες  κούνησαν
τα τσαλακωμένα φτερά τους

Τραγούδι τρελλό ακούστηκε
ξεφάντωμα παντού
χέρι-χέρι φέρνουν κύκλους
στην κοιμισμένη ψυχή

Με χίλια χρώματα στα φτερά
κόκκινα, κίτρινα, πράσινα
κι άλλα… κι άλλα…
δραπετεύουν απ τη φυλακή

Άνοιξαν οι πόρτες της ψυχής
φάνηκε ήλιος φωτεινός
το φως δυνατό στα μάτια τους
κρυώνουν ακόμα…

Μα ατενίζουν με πίστη το Αύριο!

Από την Έρμα Βασιλείου

Share

Καλωσορίζω με τη σειρά μου το diasporic.net του συγγραφέα καλού φίλου και συμπάροικου Ιάκωβου Γαριβάλδη. Συγχαρητήρια Ιάκωβε.  Υποστήριξα στο παρελθόν με μέτρο και σύνεση και άλλες τέτοιες  προσπάθειες και δεν θα μπορούσα ν’ αρνηθώ την υποστήριξή μου και σ’ αυτήν. Με βρίσκει όμως και σκεπτική το καλωσόρισμα.

Η τεχνολογία, είναι γνωστό, μας δίνει και μας παίρνει. Μια μέση οδός που ακολουθούμε μας στηρίζει να καταλήξουμε στη σωστή, σε κάθε απόφασή μας, ενέργεια. Ο ηλεκτρονικός αυτός φεγγίτης είναι τηλεσκόπιο, για να δείτε στιγμιαία τη δουλειά μας, τη δουλειά του Έλληνα δημιουργού της διασποράς. Εύχομαι, και εδώ είναι που προβληματίζομαι, να μην γίνει ο χώρος αυτός και συνωστισμού ή βαθμολογίας ή χώρος (απ)άρνησης και αποθησαυρισμού μέσα από μια δήθεν μεταμφιεσμένη ταπεινοφροσύνη και αντίστροφη ψυχολογία. Ό,τι έχουμε προσφέρουμε με συγκεκριμένο σκοπό: είμαστε εδώ κι εμείς, και μιλάμε τη γλώσσα μας.

Τα βιβλία μας είναι μετρημένα δε σας φτάνουν… Ελπίζω ο αγαπητός Ιάκωβος να καταφέρει να κρατήσει με μέτρο όσα χρειάζεται να δει ο περαστικός. Υποθέτω πως προσφέρεται ο χώρος για να παραμείνει ο χώρος καλής υποδοχής και γιατί όχι και καλής αποδοχής.

Μέσα στα πολλά που φιλτράρουμε για ν’ αφήσουμε τ’ απαραίτητα εύχομαι να μπορέσουμε να προσφέρουμε μία γεύση και των δικών μας. Είμαστε πολλοί και έχουμε ο καθένας το ‘σημάδι’ του. Αν τα δώσουμε όμως όλα στα εύκολα κύματα του ανέμου η μεγαλύτερη αγάπη μας, η αγάπη των περισσότερων -και είμαι σίγουρη πως μιλώ για όλους- που είναι το βιβλίο, κινδυνεύει να παραμεριστεί και από μας που το δημιουργούμε.

Ναι στην τεχνολογία, όχι στη γεύση που θα χορτάσει πριν ακόμα μας γνωρίσετε.

Καλώς ήλθαμε Ιάκωβε. Κι ευχαριστούμε που μας κάλεσες!

Έρμα Βασιλείου

Διαβάστε και την ανάλυση του βιβλίου της Έρμας Βασιλείου: Μια ποιήτρια πέραν πάσης εκποίησης

Copyright secured by Digiprove © 2009

PUSSY WILLOW TREE

Share

For months I have watched you,

Leafless, with winter upon you,

Yet, you indestructibly stood there,

Giving me hope with each new leaf

Appearing under the spring sun.

You became a force in my life,

Your aged branches overhanging my door,

You spoke of a past age when you were planted

In the large grounds of a white mansion.

You grew strong and watched a generation go by.

Then they built a wall by your side;

The lawn you had graced was too valuable now.

But you grew to the side,

And spread your branches to my door.

Your companions – the birds,

Found their home in your boughs,

Bringing music and life in their call.

Now you have proven your strength of survival,

And cast your beauty for me to behold,

A stern reminder of nature the essence,

You must fall.

I will remember when you stood tall,

Overhanging my door.

74 υπό σκιάν

Share

ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ
(Εκδόσεις Ναυτίλος, 1998, Αυστραλία)

Από τη μακρινή Αυστραλία μας έρχεται ένας ούριος δημιουργικός άνεμος πολιτισμού. Η ελληνική παροικία της Αυστραλίας εξελίσσεται σ’ ένα αξιόλογο πνευματικό, πολιτιστικό, καλλιτεχνικό και επιχειρηματικό κέντρο του απόδημου ελληνισμού. Και επιβεβαίωση αποτελεί και η επικολυρική ποίηση «’74 υπό σκιάν» του Ιάκωβου Γαριβάλδη, Προέδρου του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων Αυστραλίας.

Η κυπριακή τραγωδία δεν άφησε ασυγκίνητο τον απόδημο ελληνισμό. Μούσα του ποιητή, το μεγαλείο της «ανυπόστατης» κυπριακής ψυχής. Αυτή θα χρησιμεύσει ως έμπνευση στον ποιητή για τη θεατή, αλλά και την αθέατη πλευρά του θεάτρου της εισβολής του Αττίλα.