Έπος Λευτεριάς

Share

Είκοσι οκτώ του Οκτώβρη, τρεις η ώρα το πρωί·
οι στιγμές των ρολογιών καρφωμένες στο σκοτάδι·
κι’ ως να άνοιξαν οι πύλες, απ’ τους φύλακες του Άδη,
σαν ο Γκράτσι πήγε νά ’βρει των Ελλήνων την ψυχή.

Κι’ ως να εδάκρυσε η μέρα ξημερώνοντας βουβή,
σαν ο ίσκιος της τραβούσε κατά κει που λάμπει ο ήλιος
ενδοξότατος, τρανός, απ’ τ’ αθάνατο το σφρίγος
που, στου Έλληνα – φωτός, φωτοανεξάντλητη ροή –

δόξης στέφανο ηλιόπρεπα φορεί στην κεφαλή,
και μετέωρη εστάθη, μόνο λίγο, πριν χαράξει,
των Ελλήνων την περφάνεια, για να δει και να θαυμάσει:
θαλερή, χρυσανταυγίζουσα, ξανά, φεγγοβολή.

Continue Reading →

Έπος Λευτεριάς

Share

Είκοσι οκτώ του Οκτώβρη, τρεις η ώρα το πρωί·
οι στιγμές των ρολογιών-ε καρφωμένες στο σκοτάδι·
κι’ ως να άνοιξαν οι πύλες, απ’ τους φύλακες του Άδη,
σαν ο Γκράτσι πήγε νά ’βρει των Ελλήνων την ψυχή.

Κι’ ως να εδάκρυσε η μέρα ξημερώνοντας βουβή,
σαν ο ίσκιος της τραβούσε κατά κει που λάμπει ο ήλιος
ενδοξότατος, τρανός, απ’ τ’ αθάνατο το σφρίγος
που, στου Έλληνα – φωτός, φωτοανεξάντλητη ροή –

Continue Reading →