Νέκυια, Ραψωδία λ’

Share

Ιωσήφ Ιωσηφίδης

Έμοιαζε με χώρα των Κιμμερίων, χωρίς ηλίου φως,
κατέβαινα τα σκαλιά ως εκεί που ζουν αιώνια νύχτα,
με παρέσυρε το ρεύμα των νέων, στην πύλη του Άδη,

στο υπόγειο μπαρ. Έκανα σπονδή με ουίσκι κι εκείνη
σαν νεκρή, δίπλα οι άλλες πλησίαζαν με μάτια αιμάτινα,
αυτή να σπαράζει: ‘άταφο κορμί μ’ έφεραν εδώ, βγάλε με(1)
να πάω στην πατρίδα, ξένε, να με θάψουν σαν άνθρωπο.’
Ορκίστηκα να την αγοράσω μια νύχτα, να τη φυγαδέψω.

Σ’ ένα γιασεμί

Share

Ευαγγελία Αγγελική Πεχλιβανίδου

Το μικρό γιασεμί το τρύγησαν
μεσ’ απ’ τους μπαξέδες.
Μην κλαις, μικρούλι γιασεμί.
Η ζωή σου ανήκει σ’ όλους
τους δυστυχισμένους
που ζητούν τη μυρωδιά σου