Tag: μάνα

Μάνα, Εσύ

Share

Εν αρχή ην ο Λόγος. Ο Λόγος κι εσύ εντός του.
Απ’ το πρώτο αρχέγονο ηλιογέννημα, προαιώνια,
ανταμοπάλλονται στο στήθος σου
η αγάπη και το φως Του Δημιουργού.
Μέλι και γάλα κι οξυγόνο. Βύζαγμα ζωής.
Από τότε. Με το πρώτο ιδωμένο φως και με το δοξάρι του ήλιου,
μελωδείς την ελπίδα και τη ζωή στις χορδές της ψυχής.
Τις καμπάνες των αστεριών που θ’ ανατείλουν ηχείς στα σπλάχνα σου,
μπουμπούκια της άνοιξης που, σαν γεννηθούν,
μες στον κόρφο σου αψηλώνουν να φτάσουν τον ήλιο.
Και, να! Της αγωνίας σου ο στήμονας γονιμοποίησε την γύρη της καρδιάς,
πινέλο Μιχαλάντζελο, με φως χρωμάτισε τις διαδρομές των αιώνων.

Άλκιμο Έλυτρο

Share

Αφιερωμένο στην Ελληνίδα μάνα – γυναίκα – σύντροφο – αδελφή – κόρη   Σε είδα να λαγγεύεις τη μοίρα μου Σε εύκοσμους πύργους βαθυσκαφούς ίριδας, Την ώρα που ο ήλιος έπινε των καημών τις ανάσες. Σε άκουσα να τη σμιλεύεις Με τις κορφάδες των ονείρων σου Στη χρυσή παλίρροια των […]

slide

Αυτό που μας ενώνει μας χωρίζει

Share

Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου Αυτό που μας ενώνει μας χωρίζει. Κόπηκε ο ομφάλιος λώρος αλλά εσύ πάντα είσαι δεμένος με μένα, με το λώρο της αγάπης που δε θα κοπεί ποτέ. Όσο κι αν βιάζεσαι να φύγεις μακριά. Όσο κι αν πρέπει να φύγεις. Όσο κι αν μισείς το να […]

slide

Αφόρητες Αγάπες

Share

Έβλεπες τη μάννα, που λαγοκοιμόταν
μπροστά στην τηλεόραση,
και στην ψυχή σου, φευγαλέο βάσανο κρυφό,
η αποφράδα σκέψη : «Άραγε ανασαίνει ;
Κι αν κάποτε πάψει να ζει, πώς θα το αντέξω !»

Έβλεπες τον πατέρα, που τον έπαιρνε
ο υπνάκος στην πολυθρόνα του,
με την εφημερίδα, ορθάνοιχτη να τον σκεπάζει,
και διάβαζες, πρωτοσέλιδη, την αγωνία σου :
«Άραγε ζει; Κι άμα δεν ζει, πώς θα τ’αντέξω !»

Ανάμνηση

Share

Τούτο το δείλι το στυφό
π’ απάνεμα τα κύματα φιλούνε τ’ ακρογιάλι,
την ώρα που ’σκυψε ο ήλιος ντροπαλά
της γης τα χρυσοχρώματα ν’ ανάψει,
μιλούν του ρολογιού τα καρδιοχτύπια αργοσαλέυοντας.

Έφυγες έναν δειλινό
μιας ανθισμένης Κυριακής,
μαραζωμένο γιασεμί,
που στο καντήλι της χαράς
το λάδι είχε στερέψει.

Έφυγες σιωπηλά με τη βροχή,
ανύποπτα, καθώς το δάκρυ σου, αδύναμο,
για ύστερη φορά δρόσιζε την καρδιά.

slide

Μπρος στο δικό της μεγαλείο

Share

Το είπε και σ’ εμένα τρυφερά
πως «..κάποια μέρα όλα σβήνουν
στη μνήμη των δημιουργών τους χάνονται…»
»Κι η νύχτα δεν λογιάζει κάλλη, μήτε κόπους
παρά το χρόνο που την διαφεντεύει σκέφτεται,
μην τύχει και η θύμηση διαιωνιστεί,
μην τύχει και βγει στους δρόμους ανεξέλεγκτη
στον πηγαιμό κάποιου ανέσπερου μας στόχου.»

Από τη Μάνα στην Κόρη

Share

Το δάκρυ μου που κυλάει στα μαλλιά σου
είναι αληθινό.

Η καρδούλα σου που χτυπιέται ανελέητα
σηκώνει κύματα στη δική μου.

Στα παγωμένα χέρια σου ρέω
όλη τη θέρμη που μου απόμεινε.

Τρέμουν τα χέρια σου απ’ τις ωδίνες
και σου χαρίζω τα δικά μου να σταθείς.

Τα δάκρυά σου λαφρύνουν την πίκρα σου
όταν σου τα σφουγγίζω εγώ.

Έτη παιδιού

Share

Όταν τον ειδοποίησαν ότι η μητέρα του δεν ήταν καλά, θα πρέπει να είχαν περάσει τα μεσάνυχτα. Ήταν κατακαλόκαιρο, και δεν είχαν ακόμα κοιμηθεί, ούτε αυτός, ούτε η γυναίκα του, ούτε τα παιδιά του. Αντίθετα, κάθονταν όλοι στη βεράντα του εξοχικού τους σπιτιού κι απολάμβαναν τη δροσιά της καθαρής αυγουστιάτικιας νύχτας, ανασαίνοντας τη μυρουδιά των πεύκων που κατέβαινε απ’ το βουνό, και την αρμύρα της θάλασσας που ερχόταν απ’ τα ηρεμισμένα νερά, λίγα βήματα πέρ’ απ’ τα πόδια τους.

Ήρθε ένας ποδηλάτης και τους έφερε το μήνυμα: