Μας ταξιδεύεις πάλι στο νησί…

Share

Μας ταξιδεύεις πάλι στο νησί…
Κι είν’ το ταξίδι αυτό
Γιομάτο γλύκα που πικραίνει,
Πόνο που ανακουφίζει,
Αλμύρα που γλυκαίνει,
Αγάπη που πονάει,
Χαρά που πνίγει,
Πέμπτη Παρασκευή των Χαιρετισμών,
Όλη η Ωραιότητα μαζί…
Κι αν δεν ταξιδεύουμε εμείς για το νησί,
εκείνο ταξιδεύει προς εμάς.

Continue Reading →

Πάσχα στο νησί

Share

Καλή Ανάσταση
Χέρι χεράκι λέμε
Στο δρόμο για τον Καλό Λόγο
Κρατώντας λαμπάδα από μέλισσας κερί μυρωδάτο
Σκιές αθόρυβες συναντιόμαστε στους δρόμους προς την εκκλησιά

Τόσο παλιά
Τόσο παλιά ανάμνηση
Στο πέρασμα των χρόνων…
Οι γειτονιές μας ζωντανεύουν

Continue Reading →

Η νησώ του ποταμού

Share

Η κόρη σκούπιζε το τρίτο πάτωμα του αρχοντικού, τον τελευταίο όροφο, που ’χε παράθυρα ανοιχτά, χωρίς κάγκελα και βιτρό, παρά μόνο φύλα ξύλινα που τα σφράγιζαν το χειμώνα για να μην μπαίνουν οι αέρηδες από τον Αϊ -Λια και μουσκέψει η βροχή τα σανιδένια πατώματα. Τον ιδρώτα της στέγνωνε το αεράκι που ερχόταν φρέσκο από τις κορυφές των Κασταναριών, κατά κει που προσηλωμένο έστεκε θαρρείς το σπίτι του ανδρός της, ενώ μιμίτσια, ανεμώνες και τ’ αυτί του λαγού, άνθη ταπεινά, μύρωναν τις κατηφοριές της πλαγιάς.

Continue Reading →

Ένα νησί ταξιδεύει

Share

Η άνοιξη είχε μπει για καλά. Και δεν την έφεραν μόνο οι δυο καινούριες συμμαθήτριες στην τάξη. Ήταν κι ένας καινούριος καθηγητής της φιλολογίας, που μας τον παρουσίασαν ολότελα άξαφνα κι αναπάντεχα, ν’ αντικαταστήσει τον παλιό μας, γιατί, λέει, γέρασε.

Δε μας άρεσε αυτή η απροειδοποίητη αλλαγή. Στο κάτω-κάτω με το «γέρο» τα πηγαίναμε μέλι-γάλα. Ήταν κουρασμένος απ’ τα χρόνια ο άνθρωπος και δε μας ζόριζε και πολύ στο μάθημά του. Τούτος ο νέος σίγουρα θα κρατούσε μιαν άλλη στάση απέναντι σ’ όλους μας, δημιουργώντας μας υποχρεώσεις. Τον είδαμε με πολλή επιφύλαξη.

Με την ίδια επιφύλαξη μας αντιμετώπισε στα δυο πρώτα του μαθήματα κι εκείνος. Τυπικός και συμμαζεμένος, μας κοίταζε έναν-έναν ερευνητικά, αποφεύγοντας να προσθέσει έστω κι ένα «και» σ’ όσα είχε καθήκον να μας διδάξει.

Continue Reading →

Κορκοτσάνια*

Share

Τα ’ δες πώς κουνάνε πέρα-δώθε τα σπαγκάτα φύλλα τους;
Κάνουν πως αφήνονται έρμαια στα θαλάσσια ρεύματα…
Θαρρείς χορεύουν, δίχως βήματα, καθώς, κιτρινοπράσινες
λικνίζουν τις παράσιτες κεραίες τους – έλα- σε προκαλούν.
Στα βότσαλα προσκολλημένοι θύσανοι , φούντες θαλασσινές
και από πάνω να πλασάρει την πολυχρωμία της μια πέρκα.

Continue Reading →